Αν ήξερα να γράφω, θα ήμουν θυρωρός – γράφει ο Θανάσης Καμπισιούλης

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Αν ήξερα να γράφω, θα ήμουν θυρωρός – γράφει ο Θανάσης Καμπισιούλης

Είχα την ατυχία να μην γνωρίσω παππούδες. Ο ένας πέθανε πριν καν γεννηθώ αλλά και ο άλλος όταν ήμουν μόλις 6 ετών. Έτσι, θυμάμαι ελάχιστες στιγμές μαζί του. Αυτός θεωρώ ότι είναι ο λόγος που όχι μόνο βλέπω με συμπάθεια κάθε ηλικιωμένο άνθρωπο, αλλά κυρίως, ξεκινάω με χαρά συζήτηση μαζί τους. Αισθάνομαι ότι κάνω τις συζητήσεις που θα έκανα με τους παππούδες μου, αν τους είχα γνωρίσει.

Σε έναν από τους σχεδόν καθημερινούς περιπάτους στο Άλσος, συνάντησα έναν 90χρονο παππού. Ήταν η πρώτη ερώτηση που του έκανα όταν κατάλαβα ότι κι αυτός ήθελε να ξεκινήσουμε τη συζήτηση. Όταν του ζήτησα το μυστικό της ζωής του, μου απάντησε πως μυστικό δεν υπάρχει. «Εγώ ό,τι κατάφερα, μάλλον, το οφείλω στην υπερβολή! Απέφυγα εθισμούς και καταχρήσεις μιας και η διατροφή μου ήταν υπερβολικά λιτή, αλλά με ό,τι καταπιανόμουν η αφοσίωση μου ήταν πάντα υπερβολική. Κάθε φορά που έβαζα ένα στόχο ένιωθα ότι έπρεπε να αφιερωθώ 100% μέχρι να τα καταφέρω!»
Καλά θα πάει αυτό, σκέφτηκα. Ο παππούς είχε διάθεση για κουβέντα, οπότε άφησα τον περίπατο και κάθισα μαζί του στο παγκάκι. Δίπλα μου ήταν ένας «χορτασμένος» παππούς, που μιλούσε απλά, χωρίς κομπασμούς και μεγαλοστομίες. Ταλαιπωρημένος από τη ζωή, αλλά όχι αγανακτισμένος. Έτοιμος για νέες εμπειρίες και προκλήσεις, αλλά όχι άπληστος και γκρινιάρης. Ένας παππούς ευγνώμων για αυτά που έζησε και δημιούργησε στα 90 χρόνια ζωής.
Μου είπε πως ασχολήθηκε με το εμπόριο …κατά τύχη. Όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, ξεκίνησε να κάνει τον εργάτη σε οικοδομικές εργασίες. Δεν τελείωσε το σχολείο καθώς αμέσως μετά τον πόλεμο έπρεπε να βοηθήσει την οικογένειά του στο ορεινό χωριό της Αρκαδίας που μεγάλωνε. Εκεί γνώρισε την πρώτη του αποτυχία. Ήταν μικροκαμωμένος, φιλάσθενος και τον …απέρριψαν. Κατάλαβε πως δεν κάνουν όλοι για όλες τις δουλειές, ανασυντάχθηκε και προσπάθησε να μάθει μια τέχνη.
Αυτό που όμως τον κέρδισε, αυτό που του έδινε μεγάλη ικανοποίηση ήταν να γίνει έμπορος. Ξεκίνησε με ελάχιστα χρήματα και πολύ προσεκτικά βήματα. Σιγά σιγά όμως ρίσκαρε και από πλανόδιος άνοιξε το δικό του κατάστημα. Κάποιες αποτυχίες και ζημιές, ήταν απλά για να συνεχίζει να εργάζεται σκληρά και να προσπαθεί περισσότερο. Για να τον αφήσω να πάρει ανάσα του θύμισα την ιστορία του θυρωρού στο Πορνείο, του Χόρχε Μπουκάι.

Σύμφωνα με την ιστορία αυτή, ο άνθρωπός μας έκανε το θυρωρό στο Πορνείο από πολύ μικρή ηλικία. Έτσι, ποτέ δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει, ούτε ήξερε άλλη δουλειά ή τέχνη. Όταν όμως πέθανε ο ιδιοκτήτης και ανέλαβε ο νέος αποφάσισε να εκσυγχρονίσει την επιχείρηση. «Από σήμερα, πέρα από τη φύλαξη, θέλω και εβδομαδιαία αναφορά. Θα καταγράφεις το σύνολο των ανθρώπων που μπαίνουν καθημερινά, όσο και τις ηλικίες και το επάγγελμά τους. Θα ρωτάς, επίσης, πως εξυπηρετήθηκαν και τι θα ήθελαν να διορθωθεί στην επιχείρηση», είπε στον θυρωρό.
Όταν του απάντησε πως δεν ξέρει ούτε γραφή, ούτε ανάγνωση, του είπε: «Α, πόσο λυπάμαι! Όπως καταλαβαίνεις, δε μπορώ να πληρώνω άλλο άτομο να κάνει αυτή τη δουλειά, ούτε και μπορώ να περιμένω πότε θα μάθεις να γράφεις. Γι’ αυτό πρέπει να βρεις κάτι άλλο να κάνεις… Λυπάμαι. Σου εύχομαι καλή τύχη». Ο άνθρωπος ένιωσε να γκρεμίζεται ο κόσμος. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσε να βρεθεί σε αυτή τη θέση.
Επέστρεψε στο χωριό του και άρχισε να κερδίζει λίγα χρήματα με το να επιδιορθώνει ό,τι του ζητούσαν. Ύστερα από λίγο, εκτός από αυτές τις υπηρεσίες, του ζητούσαν να τους πουλήσει και τα εργαλεία του. Έτσι, «αναγκάστηκε» να αγοράζει εργαλεία από την πόλη, αφού ήξερε τα κατατόπια και να τα πουλάει στους συγχωριανούς του. Το εμπόριο πήγε τόσο καλά που άνοιξε κατάστημα στο χωριό του και αργότερα και στα διπλανά χωριά!
Μέσα σε δέκα χρόνια, με σκληρή και τίμια εργασία και έγινε ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας της περιοχής. Σαν ανταπόδοση, κατασκεύασε στο χωριό του ένα σχολείο. Ο δήμαρχος και ο δάσκαλος οργάνωσαν μια γιορτή για τα εγκαίνια του σχολείου. Εκεί, ο δήμαρχος του παρέδωσε το κλειδί της πόλης. Ο δάσκαλος τον αγκάλιασε και του είπε: «Σας ζητούμε να μας κάνετε την τιμή να υπογράψετε την πρώτη σελίδα του βιβλίου των πεπραγμένων του νέου σχολείου». «Δική μου η τιμή, όμως δε ξέρω ούτε να διαβάζω ούτε και να γράφω. Είμαι αναλφάβητος». «Μα, εσείς;;; Δημιουργήσατε μια βιομηχανική αυτοκρατορία, χωρίς να ξέρετε να διαβάζετε και να γράφετε; Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσατε να κάνετε αν ξέρατε ανάγνωση και γραφή!»
«Αν ήξερα να γράφω και να διαβάζω θα ήμουν θυρωρός σε πορνείο».
Ο παππούς χαμογέλασε: «Πράγματι μοιάζει η ιστορία μου με αυτή του Θυρωρού. Καλό όμως είναι να ξέρεις πως κάθε άνθρωπος χαράσσει το δικό του δρόμο, ζει τη δική του ζωή. Άκουσε εμένα, αν θελεις, διάβαζε ιστορίες για θυρωρούς, αλλά μην ξεχνάς: ο εύκολος δρόμος, συνήθως, δεν οδηγεί πουθενά! Για αυτό να ακούς την καρδιά σου και να περπατάς το δικό σου δρόμο. Μόνο τότε θα δημιουργήσεις μια ζωή που θα σε κάνει χαρούμενο και γεμάτο! Αν στο ταξίδι αυτό καταφέρεις να βοηθήσεις έστω και έναν άνθρωπο ή να αφήσεις κάτι στην κοινωνία ακόμη καλύτερα».

Πήγαινε στην κορυφή