Ο ποιητής ΠΑΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ μιλάει στην Μαίρη Γκιώνη – Λαρεντζάκη
«Γεννήθηκα στην Κοκκινιά. Σε χρόνους πέτρινους. Μεγάλωσα μέσα σε αγαπημένες αγκαλιές. Έζησα τα άσχημα τερτίπια της ζωής από παιδί. Τα ξεπέρασα. Δούλεψα σπουδάζοντας στην Ελλάδα (ΙΩΝΙΔΕΙΟΣ, ΑΣΟΕΕ). Και στο εξωτερικό (στην Γαλλία, Master στην Εφηρμοσμένη Μακροοικονομία). Εργάσθηκα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για πολλά χρόνια (Εμπειρογνώμονας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Εθνικός Εκπρόσωπος στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις Βρυξέλλες). Στέλεχος στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας. Συνταξιούχος, ενεργός πολίτης. Κάτοικος πλέον της Πεντέλης και εραστής της Ποίησης!» Με αυτά τα λόγια μάς συστήνεται ο ποιητής Πάρης Ελευθεριάδης. Ας τον γνωρίσουμε καλύτερα.
«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στην Κοκκινιά;
ΠΑΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ: Μνήμες αλώβητες τα παιδικά τα χρόνια. Χρόνια γεμάτα ανόθευτη ομορφιά, σκαλισμένη στις γειτονιές με τα προσφυγικά σπιτάκια της Κοκκινιάς, τα ταπεινά και χωμάτινα δρομάκια, τις αυλές με τις ασβεστωμένες γλαστρούλες, πνιγμένες μες τις μυρωδιές του γιασεμιού, στο κρεμεζί των γερανιών και στης γαρδένιας το ασύλητο λευκό. Χρόνια που παίζαμε στις αλάνες ποδόσφαιρο, με μπάλες από χαρτί και ύφασμα, τυλιγμένες με σπάγκο, με τα γόνατα και τα καλάμια γεμάτα μελανιές και αίματα, άδολα χρόνια για τα παιδιά, ανάκατα με τους αναστεναγμούς της φτώχειας και τα γλυκόπικρα τραγούδια για τις χαμένες πατρίδες των γονιών μας.
Είναι οι παιδικές μνήμες, που σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν τους χαρακτήρες, το βλέμμα το σκληρό, το μελαγχολικό το πρόσχαρο γέλιο, το λεξιλόγιο, την συντροφικότητα, τον ατομισμό, στοιχεία που μας ακολουθούν και στα χρόνια της εφηβείας και της ωριμότητας. Τελικά, είμαστε, εν πολλοίς, ό,τι θυμόμαστε!
«Π»: Σε ποια ηλικία αρχίσατε να γράφετε και πότε ανακαλύψατε τη μαγεία της ποίησης;
Π.Ε.: Στο Γυμνάσιο, στο Α’ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς, είχαμε έναν φιλόλογο καθηγητή, που προς το τέλος κάθε μαθήματος συνήθιζε – αρκετά τολμηρό για τα χρόνια εκείνα – να μας διαβάζει ποιήματα κορυφαίων ελλήνων ποιητών, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Ελύτη, του Βρεττάκου, του Βάρναλη, του Καρυωτάκη, μερικά αποσπάσματα θυμάμαι από τον Αστραπόγιαννο του Βαλαωρίτη, τον Δωδεκάλογο του Παλαμά και άλλων. Αυτός ο άνθρωπος έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση, πολλούς από τους μαθητές του και λέω για πρώτη φορά, γιατί τα περισσότερα παιδιά είχαν γονείς της βιοπάλης και χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση. Τότε ανακάλυψα την μαγεία της ποίησης, τον εσωτερικό ρυθμό που κρύβει κάθε ποίημα, την ρίμα, που ο Παλαμάς είχε ονομάσει «Δέκατη Μούσα» !
«Π»: Τι είναι η ποίηση για εσάς;
Π.Ε.: Τα χρόνια της εφηβείας, τα χρόνια των άγουρων και ανεκπλήρωτων ερώτων, τότε που λέξεις και νοήματα από διαβάσματα λογοτεχνικών βιβλίων και ποιημάτων, ζητούσαν διέξοδο έκφρασης των συναισθημάτων μέσα από τον ποιητικό λόγο. Από τότε και για πολλά χρόνια μετά, η ποίηση για μένα ήταν το ημερολόγιό μου, ήταν η αποτύπωση στιγμών και συναισθηματικών καταστάσεων στο χαρτί – ό,τι χαρτί κι αν ήταν αυτό, από πακέτο τσιγάρων, μέχρι χάρτινο τραπεζομάντηλο κουτουκιού.
Μεγαλώνοντας και βιώνοντας απρόβλεπτες δυσκολίες στα πιο ώριμα στάδια της ζωής, καταστάλαξα στη ιδέα ότι η ποίηση είναι ένα υλικό ανεξίτηλο, που λειτουργεί και εκφράζεται διαχρονικά χωρίς να αποποιηθεί τον νεανικό της ενθουσιασμό, εμπλουτισμένη, όμως, θεματολογικά με κοινωνικούς προβληματισμούς, με την έννοια του άχρονου χρόνου, βρίσκοντας πάντα μια χαραμάδα καταφυγής και στην φαντασιακή ερωτική πτυχή της.
«Π»: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες;
Π.Ε.: Με αφορμή την ερώτησή σας, έφερα στο νου την βιβλιοθήκη μου και αναρωτήθηκα, ποιό ή ποιά από όλα αυτά τα βιβλία μού έχει αφήσει μια γρατζουνιά στο μυαλό και στην σκέψη μου. Η απάντηση είναι νεφελώδης, με την έννοια ότι από όσα έχω διαβάσει αυτό που έχει μείνει είναι απροσδιόριστο, κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί και να έχει συγκεκριμένη αναφορά στα βιβλία του κάθε λογοτέχνη, όμως δεν παύει να είναι μια πηγή, που όποτε διψάσω, πίνω μια γουλιά νερό.
Το πιο ανεξίτηλο αποτύπωμα που έχω, είναι από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και κυρίως από τους υπέροχα μεταφρασμένους στην νεοελληνική γλώσσα, τον Όμηρο, τον Αλκαίο, την Σαπφώ, την Τελέσιλλα κ.α. Αυτοί είναι η ανεξάντλητη φλέβα λέξεων, ευφάνταστου, ηρωϊκού, ερωτικού και συνάμα συγκροτημένου λόγου.
Γοητεύθηκα επίσης, από αρκετούς ξένους ποιητές, όπως ο Τόμας ‘Ελιοτ (Έρημη Χώρα), ο Εζρα Παουντ, Ουώλτ Ουίτμαν (Το τραγούδι του εαυτoύ μου), οι οποίοι είχαν την τύχη να μεταφραστούν στα ελληνικά από σπουδαίους Έλληνες ποιητές, όπως η περίπτωση της Έρημης Χώρας του Έλιοτ από τον Σεφέρη.
«Π»: Τι πραγματεύονται οι δυο ποιητικές σας συλλογές με τίτλο «Το Αντιπεπονθός της ζωής» και «Ερώτων Μύθοι», Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος.
Π.Ε.: Ό,τι λένε και οι τίτλοι. Το Αντιπεπονθός, σαν λέξη, είναι το ουδέτερο της μετοχής του Παρακειμένου του ρήματος αντιπάσχω, και ο Αριστοτέλης με αυτόν τον όρο ερμήνευε μια εκπληκτική σειρά εννοιών, δραστηριοτήτων και σχέσεων στην ζωή των ανθρώπων. Με τον όρο αυτόν, ο Αριστοτέλης είχε βάλει τα θεμέλια του Νόμου της Αιτίας και του Αποτελέσματος και κυρίως της δίκαιης και αναλογικής ανταποδοτικότητας, που πρέπει να χαρακτηρίζει όλο το φάσμα των ανθρωπίνων σχέσεων π.χ. την δικαιοσύνη, την παιδεία, την υγεία, την φιλία, τον έρωτα κλπ. Κατά τον Μένανδρο, ο Νόμος του Αντιπεπονθότος αντιστοιχεί προς το ινδικό Κάρμα. Η πρώτη, λοιπόν, ποιητική μου συλλογή, ακροβατεί πάνω στο εύθραυστο νήμα βιωματικών σχέσεων και καταστάσεων.
Η δεύτερη, «Ερώτων Μύθοι», όπως λέει και ο τίτλος, στην πρώτη ενότητα δίνει μορφή στους μύθους και μέσα από την μυθιστορία που περιβάλλει αρχαία μυθικά πρόσωπα, εισχωρεί σε μια σύγχρονη ερμηνεία τους. Η δεύτερη ενότητα, αναλίσκεται, αρκετά φλύαρα θα έλεγα, σε ποιήματα, που με αναφορά στο ανελέητο πέρασμα του χρόνου, αποπνέουν αισθήματα λύπης, χαράς απώλειας και μελαγχολίας για ανθρώπινες σχέσεις και ερωτικές καταστάσεις, που όλοι μας, λίγο έως πολύ, έχουμε βιώσει .
«Π»: Έχετε ανέκδοτες συλλογές στο συρτάρι;
Π.Ε.: Υπάρχει αρκετό υλικό ποιημάτων, που χρειάζονται επεξεργασία και σε αυτό προστίθενται, ανάλογα με τα προσλαμβανόμενα ερεθίσματα, και νεότευκτα ποιήματα, που κάποια στιγμή θα βρούν τον δrόμο τους κι αυτά !!
«Π»: Η γλώσσα μας γερνά, ακούει τις επιταγές του χρόνου; Ακολουθεί γραμμική εξέλιξη;
Π.Ε.: Μια γλώσσα, που υπάρχει και μιλιέται με λέξεις και έννοιες αλώβητες στον χρόνο, μια γλώσσα που η Ανδρομάχη παρακαλώντας τον Έκτορα να μην μονομαχήσει με τον Αχιλλέα, τον αποκαλεί «θαλερό παρακοίτη», ίδιες λέξεις εδώ και 3.000 χρόνια, έχει ρίζες βαθιές και δεν γερνά. Με την καθιέρωση της δημοτικής, ακολουθώντας τις επιταγές του χρόνου, είναι επόμενο να ακολουθήσει μια γραμμική εξέλιξη.
«Π»: Η λεξιπενία των νέων και οι αγγλοσαξωνισμοί, τι πιστεύετε ότι επιφέρουν στην ελληνική γλώσσα;
Π.Ε.: Όντως, είναι πλέον ορατή η λεξιπενία των νέων μας, όπως και τα λεξιδάνεια και οι αγγλοσαξωνισμοί, που ταλανίζουν την γλώσσα μας. Επιπλέον, με την αφαίρεση των τόνων, πριν μερικά χρόνια, στον βωμό της απλοποίησης και της ευκολίας στην γραφή, έχουμε στερήσει από την γλώσσα μας την ορθή προφορά και την μουσικότητα που την διέκρινε στο παρελθόν. Όλα αυτά τα θλιβερά συμπτώματα είναι, όπως όλοι γνωρίζουμε και ομολογούμε, αποτελέσματα της κακής ποιότητας στην Παιδεία μας, η οποία δυστυχώς αναπαράγεται επί τα χείρω, από διδάσκοντες και διδασκομένους.
Υπάρχει έντονα πλέον η ανάγκη να αρχίσει η αλλαγή διδασκαλίας από τα Πανεπιστήμια δηλ. στους αυριανούς καθηγητές των Γυμνασίων και Λυκείων της χώρας. Πρέπει, κατά την γνώμη μου, να διδάσκεται η Ποιητική στα φιλολογικά τμήματα των Πανεπιστημίων, δηλ. ο τρόπος που μεταβολίζεται ο κοινός λόγος, σε ποιητικό.
«Π»: Ελευθερία, αξιοπρέπεια, αναμέτρηση με τον χρόνο, αλλά και εναντίωση με την εξουσία υποκρισίας και αναλγησίας, αποτελούν θέματα για την ποιητική σας τέχνη;
Π.Ε.: Σε αρκετά ποιήματα, υπάρχουν χαρακτηριστικά περάσματα, που αναφέρονται σε καταστάσεις, που ακτινοβολούν αξιοπρέπεια μέσα από την σιωπή, αγάπη για την ελευθερία με την καταπολέμηση κάθε μορφής καταπίεσης, όπως και ποιήματα που μέσα από αιχμηρούς συμβολισμούς καυτηριάζουν θέματα αναλγησίας και υποκρισίας της πολιτικής εξουσίας.
«Π»: Τι είναι ο έρωτας για εσάς;
Π.Ε.: Ό,τι και στην αρχαιότητα, ένας μικρός φτερωτός Θεός, που τοξεύει στο βαθύ κόκκινο της καρδιάς μας. Και στα δυο μου βιβλία, ιδίως στο «Ερώτων Μύθοι» υπάρχουν ποιήματα, με ερωτικό αισθησιασμό, ποιήματα με συναισθηματική φόρτιση που τρομάζει.
«Π»: Βλέπετε τους νέους να ασχολούνται με την ποίηση; Πώς αναπτύσσεται η ποιητική σκέψη;
Π.Ε.: Σε μια εποχή, που ο κόσμος στενεύει και οι κοινωνίες περνάνε πολυεπίπεδη κρίση και με μια Παιδεία που δεν αφήνει περιθώρια και χρόνο στους νέους για να εντρυφήσουν στην ποίηση, διαβάζοντας λογοτεχνικά και ποιητικά έργα, είναι επόμενο να μην ασχολούνται οι νέοι με την ποίηση, με εξαίρεση αυτούς τους νέους που έχουν γεννηθεί ποιητές και έχουν την ρίμα και έμφυτο εσωτερικό ρυθμό στον γραπτό τους λόγο.
«Π»: Ποιο ποιητικό είδος ακολουθείτε και αγαπάτε;
Π.Ε.: Νοιώθω, πολλές φορές, ότι ζώντας αυτήν την αόριστη σύμβαση με την καθημερινότητα, ενσωματώνω αθέλητα πολλές φορές στην ποίησή μου, τους κοινωνικούς κραδασμούς, τον πόνο, την ερωτική στέρηση και απελπισία και την απώλεια σημαντικών ανθρώπων στην ζωή μου. Δεν ακολουθώ πάντα το ίδιο είδος ποίησης, τόσο θεματικά, όσο και σαν ύφος γραφής. Επιλέγω τις λέξεις, τις οποίες θεωρώ ακρογωνιαίο λίθο στο δέσιμο της ποιητικής δομής. Συγκλονιστικό το ποίημα του Pablo Neruda «Las palabras» – «Οι λέξεις».
Οι λέξεις, λοιπόν, αυτοί οι απροσδόκητοι σχηματισμοί παρομοιώσεων, μεταφορών, συμβολισμών, η ακριβής απόδοση εννοιών, η μουσικότητα, οι παρηχήσεις, αυτή η ηχητική μαγεία της ακολουθίας των φθόγγων, η ανορθόδοξη δόμηση συγγενικών εννοιών, που μέσα από την επίδραση της υπερρεαλιστικής ποίησης του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, έχει επιδράσει σε αρκετά ποιήματά μου και έχει συμβάλλει καθοριστικά, στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς νέων ποιητών και ποιητριών, που συνέλεξαν πολύτιμα διδάγματα για την διαμόρφωση της ποιητικής τους τέχνης.
«Π»: Όταν γράφετε, σας συνοδεύει μουσική; Ti ακούτε;
Π.Ε.: Όταν γράφω δεν ακούω παρά μόνο τον ρυθμό του πληκτρολογίου μου. Γενικά μου αρέσουν όλα τα είδη της καλής και ποιοτικής μουσικής, ελληνικής, ξένης και επιλεγμένες ερμηνείες και εκτελέσεις κλασικής μουσικής.
«Π»: Τι άνθρωπος είναι ο ποιητής; Μοναχικός; Αποσυνδεδεμένος από το κοινωνικό περιβάλλον;
Π.Ε.: Θα πρέπει να ρωτήσετε κάποιον ποιητή. Εγώ προσωπικά, μπορεί να γράφω ποίηση αλλά δεν μπορώ να φέρω τον βαρύ τίτλο του ποιητή. Ποιητής είναι αυτός που αφήνει πίσω του ένα ανθεκτικό συμπυκνωμένο ίχνος και ένα βαθύ και ευδιάκριτο αποτύπωμα. Όλα τα άλλα είναι κομμάτια αποκαρδιωτικών θορύβων.
«Π»: Ως ενεργός πολίτης, θέλετε να μας μιλήσετε για την διαδικτυακή Ομάδα σας «Για την Πεντέλη, ρε γαμώτο»; Πώς ξεκίνησε και πώς προχωράει;
Π.Ε.: Είναι μια Ομάδα, που ξεκίνησε κυρίως με τεκμηριωμένες επισημάνσεις προς την εκάστοτε Δημοτική Αρχή για τα κακώς κείμενα σε θέματα, που άπτονται της καθημερινότητας των πολιτών, μια Ομάδα που πάντοτε παρέθετε και εποικοδομητικές προτάσεις για την επίλυση των προβλημάτων, μια Ομάδα συνέταξε και απέστειλε Ανοιχτές Επιστολές προς τα Δ.Σ. και τους εκάστοτε Δημάρχους, στις οποίες επιστολές υπήρχαν κυρίως προτάσεις πρόληψης πυρκαγιών με την χάραξη αντιπυρικών ζωνών μεταξύ δασικών και οικιστικών περιοχών, μια Ομάδα που δεν έχει εισακουσθεί μέχρι στιγμής, μια Ομάδα που απεχθάνεται τον καταγγελτικό και απρεπή λόγο, μια Ομάδα που προβληματίζεται αν πλέον, αξίζει τον κόπο να υφίσταται!
«Π»: Τι σας θλίβει περισσότερο; Τι σας προβληματίζει;
Π.Ε.: Με θλίβει η φυσική φθορά και απώλεια προσώπων που αγαπώ, με θλίβει αυτό το νομοτελειακά παράδοξο και άδικο τέλος της ζωής, αυτή η τριβή το χρόνου, αυτή η διαρκής πορεία προς την απουσία. Είναι τελικά ο θάνατος, που κρύβεται μέσα στην ζωή, που κρύβεται μέσα στον έρωτα και είναι ο έρωτας που μας ξεγελάει και δεν αντιλαμβανόμαστε το εφήμερο και προσωρινό πέρασμά μας από τηνζωή.
Με προβληματίζει αυτή η καταστροφική δυστοπία του παγκόσμιου γίγνεσθαι, αυτή η αυξάνουσα κοινωνική και οικονομική ανισότητα, που μαστίζει την ανθρωπότητα, η φτώχεια, ο ξεριζωμός των ανθρώπων από τις εστίες τους, η ανασφάλεια, η εσκεμμένη ανικανότητα των ηγετών.
Με προβληματίζει η οικονομική και περιβαλλοντική παρακμή και η υποβάθμιση και ερημοποίηση ολόκληρων περιοχών στην Ελλάδα, η εγκατάλειψη χωριών και νησιών, η υπογεννητικότητα και ο γηρασμός του πληθυσμού μας, ο αυξανόμενος αριθμός δυστυχισμένων λαθρομεταναστών, η έλλειψη σωστών και ασφαλών πεζοδρομίων και διαβάσεων για πεζούς και κυρίως ΑΜΕΑ στην Πεντέλη μας, η παντελής έλλειψη αστυνόμευσης, το κατακαμένο Πεντελικό βουνό, και οι κατάμαυρες πλαγιές και οι άλλοτε πανέμορφες ρεματιές του, η ανυπαρξία σοβαρού προγράμματος Πρόληψης μελλοντικών πυρκαγιών και Αποκατάστασης των καμένων περιοχών με σωστές Αναδασώσεις, τέλος με προβληματίζει εσχάτως και η υγεία μου.
«Π»: Θα έχουν συνέχεια οι ποιητικές συλλογές σας;
Π.Ε.: Όσο περνάει ο καιρός, νοιώθω πως αρκεί μια παράξενα όμορφη λέξη, μια φράση αιχμηρή ή αφάνταστα γλυκιά και τρυφερή, μια ματιά από δυο βεγγαλικά ματάκια, μπορούν να γεννήσουν ποιήματα. Όταν αυτά γίνουν αρκετά και μου αρέσουν, τότε μπορεί να αποφασίσουν ξαφνικά και να γίνουν βιβλίο με ποιήματα, που να ακροβατούν πάνω στην Ίσαλο Γραμμή του καραβιού μου! Καληνύχτα!