Με τη συμπλήρωση 50 χρόνων δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας και της πρόσφατης γιορτής του «Πολυτεχνείου», επιχειρώ μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα που αποτέλεσαν την αφετηρία της δημοκρατικής Μεταπολίτευσης. Τους λόγους δηλαδή που συνέβαλαν στην υπέρβαση της χουντικής τρομοκρατίας, την αγωνιστική διάθεση και την έκρηξη των ελπίδων που χαρακτήριζαν το λαό μας κατά την τελευταία χουντική φάση και συνεχίστηκαν και για αρκετά μεταπολιτευτικά χρόνια.
Βέβαια η δημοκρατική αλλαγή επήλθε με την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος. Η κατάρρευση αυτή όμως δεν συνέβη αυτόματα κι από μόνη της. Ήρθε ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο λαός μας δεν συμβιβάστηκε ποτέ με το 25χρονης διάρκειας αυταρχικό μετεμφυλιακό καθεστώς των γνωστών πολιτικών και κοινωνικών κατασταλτικών μέτρων – απαγορεύσεις, εκτοπίσεις, έκτακτα στρατοδικεία, φυλακίσεις, εκτελέσεις, τα περίφημα κοινωνικά φρονήματα κλπ. κλπ.) μέχρι που το 1967 μπροστά στην ολοκληρωτική απουσία λαϊκών ερεισμάτων και αδυναμία ελέγχου της εξουσίας, κατέφυγε στην ωμή βία των τανκς. Στη συνέχεια, το 1974, μετά από επτά χρόνια στυγνής τρομοκρατίας, διαπίστωνε πως ούτε με τα τανκς διασφαλιζόταν η λαϊκή ανοχή στην εξουσία του (βλέπε ξεσπάσματα το 1973 στη Νομική και το Πολυτεχνείο). Τελικά η διαχειριστική ανικανότητα, οι έριδες στην κορυφή και η αποτυχία της ψευτοπολιτικής μετεξέλιξης που επιδίωκε, το οδήγησαν στην τυχοδιωκτική αναζήτηση κάποιας εθνικής επιτυχίας, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να προσεταιριστεί το λαό. Αποτέλεσμα η τραγωδία της Κύπρου, ο έσχατος αυτοεξευτελισμός, η αυτοδιάλυσή και η κατάρρευση του.
Η ΜΕΤΕΜΦΥΛΙΑΚΗ 25ΕΤΙΑ 1950-1974
Από μια σύντομη περιδιάβαση στην πολιτική και κοινωνική κατάσταση κατά την πρώτη μεταπολεμική εικοσιπενταετία (1950-1974) προκύπτει ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που σήκωσε και πλήρωσε το βάρος του πολέμου 1940-1941 και της εθνικής αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής (γερμανικής – ιταλικής – βουλγαρικής) με τη λήξη του πολέμου και της εμφύλιας σύγκρουσης, επιδόθηκε σε μια πρωτόγνωρη προσπάθεια να φτιάξει το προσωπικό και συλλογικό του μέλλον. Σημειώνεται ότι χιλιάδες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης βρίσκονταν στις φυλακές, τους τόπους εξορίας και φυγάδες σε διάφορες χώρες σε Δύση και Ανατολή. Τα έκτακτα αστυνομικά μέτρα σε ισχύ, τα στρατοδικεία σε λειτουργία, οι εκτελέσεις αγωνιστών να συνεχίζονται και η κοινωνία σημαδεμένη με τα κοινωνικά φρονήματα και επιτηρούμενη από τον χωροφύλακα. Ανάγκη όμως τα σπιτικά να ξαναστηθούν, οι βασικές υποδομές να αποκατασταθούν και οι κοινωνικές δομές στοιχειωδώς να επαναλειτουργήσουν.
Οι ανάγκες της καθημερινότητας και η επιθυμία για βελτίωση των συνθηκών ζωής έδειχναν σιγά σιγά το δρόμο της συλλογικής διαμαρτυρίας. Με το χαφιέ συνοδό και την αστυνομία πάνοπλη, οι διαμαρτυρίες και απεργίες για βελτίωση του μεροκάματου και των συνθηκών εργασίας, για τις τιμές των αγροτικών προϊόντων, για την άρση των έκτακτων μέτρων, την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και μια σειρά άλλα κοινωνικά θέματα πύκνωναν και πλήθαιναν από χρόνο σε χρόνο. Ο λαός, γαλουχημένος και από το πνεύμα της Εθνικής Αντίστασης, άρχισε να συναντιέται και να διεκδικεί συλλογικά το μέλλον του.
Παράλληλα η ανάγκη και το αίτημα για ελεύθερη έκφραση του πολιτικού φρονήματος του τμήματος του λαού που αντιτασσόταν στην πολιτική της κυβέρνησης που ελεγχόταν από το Στρατό και το Θρόνο και βέβαια τις ΗΠΑ, έβρισκαν διέξοδο σε διάφορα μικρά κόμματα του Δημοκρατικού Κέντρου (εκφράσεις του βενιζελικού κόμματος) και οι αυστηρά επιτηρούμενες πολιτικές εκφράσεις της Αριστεράς στην ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά). Με άλλα λόγια το τμήμα του λαού που αρνούνταν την εξουσία της εμφυλιοπολεμικής δεξιάς. Οι όποιες προσπάθειες των κομμάτων αυτών για εκλογική σύμπραξη υπονομεύονταν απροκάλυπτα και ακυρώνονταν με εργαλείο τον εκλογικό νόμο (1956 και 1958), τη βία και την εκλογική νοθεία (1961), την τρομοκρατία (δολοφονία του βουλευτή Γ. Λαμπράκη το 1963) και την απροκάλυπτη επέμβαση στα εσωτερικά των δημοκρατικών κομμάτων (Ιουλιανά – διάσπαση και «αποστασία» της Ένωσης Κέντρου 1965).
Οι πρακτικές αυτές σε κοινωνικό επίπεδο προκαλούσαν συχνές μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις με δημοκρατικά πολιτικά αιτήματα. Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της πρώτης ιδιαίτερα κρίσιμης μετεμφυλιακής δεκαετίας, προέκυψε και κυριάρχησε σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο και το πρόβλημα κατοχής της Κύπρου από τη Μ. Βρετανία. Ιδιαίτερα ευαίσθητο εθνικό θέμα το Κυπριακό αποχρωμάτιζε ιδεολογικά τα κίνητρα της συμμετοχής με αποτέλεσμα συχνές πρωτοφανείς σε όγκο μαχητικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και οργής σε όλη την επικράτεια. Οι διαδηλώσεις γι’ αυτό το εθνικό θέμα σε συνδυασμό και με το ευρύτερο αντιιμπεριαλιστικό και αντιπολεμικό κίνημα της εποχής (στρατιώτες μας είχαν σταλεί στον πόλεμο της Κορέας) υπήρξαν, επί μία δεκαετία περίπου, συνεχείς, ογκώδεις και μαχητικές με άγριες συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας με τραυματίες και νεκρούς διαδηλωτές.
Με το ξεκίνημα της δεκαετίας του 1960 φάνηκε ότι το χάσμα μεταξύ της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και του ελεγχόμενου από το Στρατό και το Παλάτι πολιτικού καθεστώτος, ήταν πλέον αγεφύρωτο. Το όργιο των εκλογών «βίας και νοθείας» το 1961 για να αποτραπεί η άνοδος των κομμάτων του δημοκρατικού Κέντρου στην εξουσία και να αναχαιτιστεί η εκλογική δυναμική της ΕΔΑ, πυροδότησε τον «ανένδοτο αγώνα» που κήρυξε ο Γ. Παπανδρέου. Στη συνέχεια το 1963 η άγρια δολοφονία, από το παρακράτος, του βουλευτή της ΕΔΑ Γρ. Λαμπράκη (το φέρετρό του το συνόδευσαν εκατοντάδες χιλιάδες λαού) οδήγησε σε παραίτηση και αυτοεξορία το Πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή και ανέδειξε στο πολιτικό προσκήνιο τη μαζική – μαχητική «Νεολαία Λαμπράκη» και μετά από δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις (1963-1964) την Ένωση Κέντρου στην κυβέρνηση. Παράλληλα οι απαράδεκτες συνθήκες στην ανώτατη Παιδεία προκαλούσαν πρωτοφανείς σε μαζικότητα φοιτητικές μαχητικές διαδηλώσεις. Χαρακτηριστικά τα συνθήματα «1-1-4», «15% », «Προίκα στη Παιδεία και όχι στη Σοφία»* κλπ. κλπ. Οι κινητοποιήσεις αυτές που κρατούσαν το λαό συνεχώς σε εγρήγορση κορυφώθηκαν την περίοδο της «Αποστασίας» (1965) και συνεχίστηκαν παρά την πρωτοφανή κατασταλτική αγριότητα (δολοφονία Σωτήρη Πέτρουλα 1965) μέχρι τον Απρίλη του 1967.
Ο καθαρός πολιτικός μαζικός χαρακτήρας των συνεχών κινητοποιήσεων, παρά την πρωτοφανή αστυνομική βία, και η αδυναμία του διαβρωμένου κομματικού συστήματος να σχηματίσει στοιχειωδώς αξιόπιστη και συνεπώς αποδεκτή κοινοβουλευτική κυβέρνηση αποτελούσαν κραυγαλέα απόδειξη ότι το μετεμφυλιακό καθεστώς στερούταν παντελώς λαϊκού ερείσματος. Η καταφυγή στην απροκάλυπτη μαζική βία αποτελούσε τη μόνη διέξοδό του. Ο στρατός κρατούσε τα τανκς με ζεστές τις μηχανές τους και τα χαράματα της 21ης Απρίλη του 1967 κατέλαβε τα κομβικά σημεία της Πρωτεύουσας επιβάλλοντας τη σιωπή της ερπύστριας…
Οι τόποι εξορίας που δειλά-δειλά είχαν αρχίσει με την κυβέρνηση Κέντρου να αδειάζουν, ξαναγέμισαν ασφυκτικά. Οι συλλήψεις, οι εκτοπίσεις, τα βασανιστήρια, τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις, η φυγή στο εξωτερικό, στέρησαν από το κοινωνικό σώμα την αγωνιστική ψυχή του, έκλεισαν τους ανθρώπους στον εαυτό τους και έδιωξαν το λαό από τους δρόμους… Δεν μπόρεσαν όμως να φυλακίσουν το πνεύμα της Εθνικής Αντίστασης και τη δίψα για Δημοκρατία, να εξορίσουν την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία της μετεμφυλιακής περιόδου, που με την εκρηκτική παρουσία και τη συνεχή συνομιλία της – μέσα από τις σπιτικές βιβλιοθήκες, στις φιλικές παρέες, τα σπιτικά τραπέζια, στα πίσω έδρανα των αιθουσών διδασκαλίας στα πανεπιστήμια, τους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς που φιλοξενούσαν την εξόριστη ελληνική διανόηση και μια σειρά άλλους τρόπους – συνομιλούσαν με το φιμωμένο λαό, εμπνεόταν, τον ενέπνεαν, τον στήριζαν στον καθημερινό του μόχθο για την επιβίωση και κρατούσαν ζωντανές τις ελπίδες του για ένα διαφορετικό δημοκρατικό μέλλον για όλους. (Θυμίζω το ανεπανάληπτο κοινωνικό και πολιτικό Λαϊκό τραγούδι, το λαϊκό κινηματογράφο, Θέατρο, ποίηση, τις διεθνείς διακρίσεις των δημιουργών μας κλπ.).
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα εντάσσονται και εξηγούνται και τα χαρακτηριστικά, παρά την τρομοκρατία και τα μέτρα ασφαλείας, ξεσπάσματα, ο αντιχουντικός χαρακτήρας δηλαδή που δόθηκε στις κηδείες Γ. Παπανδρέου το 1968 που εξελίχθηκε σε σύγκρουση, συλλήψεις κλπ. και του νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη το 1972, αλλά και η συνεχής παράνομη αντιδικτατορική δράση, η απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαπαδόπουλου, το κίνημα του Ναυτικού, το δίκτυο αλληλεγγύης σε διωκομένους, κρατουμένους και απροστάτευτα μέλη συγγενών τους κλπ.κλπ. Και βέβαια οι κορυφώσεις της ανοιχτής αμφισβήτησης της Χούντας το 1973 με τις καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου.
Αυτές οι σποραδικές, αυθόρμητες εκδηλώσεις ανοιχτής μαζικής αμφισβήτησης στα εφτά χρόνια σιωπής και απουσίας οργανωμένης λαϊκής αντίδρασης, υπογραμμίζουν τα πραγματικά αισθήματα του λαού μας και τις λανθάνουσες διεργασίες μέσα στην κοινωνία: αύξουσα απαρέσκεια προς το στρατιωτικό καθεστώς, βουβή μεν αλλά έκδηλη συμπάθεια και βοήθεια στα θύματά του κλπ. Στην πλευρά της χουντικής ηγεσίας τώρα, παράλληλα με την πολιτική απομόνωσή της, εμφανής διαχειριστική ανικανότητα, συγκρουσιακό κλίμα και τέλος η απουσία πρόθυμων ικανών πολιτικών να αναλάβουν την ευθύνη μετεξέλιξης της προς κάποια μορφή ελεγχόμενης πολιτικής διακυβέρνησης που έκδηλα επιδίωκε την περίοδο εκείνη. Τελικά η διέξοδος – σωτηρία που επιχείρησε τον Ιούλιο του 1974 με το εγκληματικό πραξικόπημά στην Κύπρο που αποτέλεσε και το πρόσχημα για τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας και η αδυναμία της να διαχειριστεί την κρίση και να υπερασπιστεί το εθνικό συμφέρον, είχαν ως αποτέλεσμα την παταγώδη κατάρρευσή της και την παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς.
Η πολιτική αλλαγή και η δημοκρατική εκκίνηση τα ξημερώματα της 24ης Ιούλη του 1974, βρήκε τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας στους δρόμους, αισιόδοξο, με αγωνιστική διάθεση και συλλογικό αίτημα το περιεκτικό περιεχόμενο του συνθήματος του «Πολυτεχνείου» «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» που συνόψιζε τα συλλογικά αιτήματα της μετεμφυλιακής 25ετίας 1950-1974.
Συνεπώς, το ξημέρωμα στις 24 του Ιούλη του 1974 κατέρρευσε και τερματίστηκε η διχαστική μετεμφυλιακή περίοδος των έκτακτων μέτρων, των απαγορεύσεων και των διακρίσεων και ο λαός μας με εφαλτήριο το πλούσιο απόθεμα των κοινωνικών αγώνων και αιτημάτων της περιόδου αυτής, ξεκίνησε με αισιοδοξία να οικοδομήσει το δημοκρατικό του μέλλον. Οι φυλακές και οι τόποι εξορίας καταργήθηκαν. Χιλιάδες Έλληνες, στερημένοι για χρόνια ακόμα και για δεκαετίες πατρίδα, οικογένεια, φίλους και τόπους αγαπημένους κλπ. επέστρεψαν. Ο λαός αντάμωσε ξανά και παρά τις υπαρκτές θεμιτές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, παραμέρισε τα τραύματά του και επιδόθηκε σε μια πρωτοφανή προσπάθεια, να φτιάξει παράλληλα με τη προσωπική του ζωή και ένα αποδεκτό κοινό μέλλον. Να μπει η χώρα σε προοδευτική πορεία, να εκσυγχρονιστούν οι θεσμικές και υλικές υποδομές της, να ξεκολλήσει από το παρελθόν, να απολαύσει και ο ίδιος τα αγαθά της μεταπολεμικής ειρηνικής ζωής όπως και οι άλλοι λαοί της Ευρώπης. (Για την περίοδο αυτή θα υπάρξει σχετικό άρθρο σε επόμενο φύλλο του «Παλμού».)
* 15% από τον κρατικό προϋπολογισμό θα διατείθεντο ως προίκα στην πριγκίπισσα Σοφία ενόψει του γάμου της.
Το σύνθημα «1-1-4» αναφερόταν στο άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952, κατά το οποίο «Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων.
Σύνθημα – αίτημα 15% του Προϋπολογισμού να διατεθεί για την Παιδεία.
-Σημ. Η φωτογραφία είναι από τις πορείες στην Αθήνα για το Κυπριακό το 1956 (πηγή φωτο sansimera.gr)