ΤΕΤΗ ΠΑΓΚΑΛΟΥ, Συγγραφέας: Η μυθοπλασία ωχριά ενώπιον της πραγματικότητας που είναι απρόβλεπτη και δημιουργεί ασύλληπτες καταστάσεις

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
ΤΕΤΗ ΠΑΓΚΑΛΟΥ, Συγγραφέας: Η μυθοπλασία ωχριά ενώπιον της πραγματικότητας που είναι απρόβλεπτη και δημιουργεί ασύλληπτες καταστάσεις

ΤΕΤΗ ΠΑΓΚΑΛΟΥ, Συγγραφέας
«Η μυθοπλασία ωχριά ενώπιον της πραγματικότητας που είναι απρόβλεπτη και δημιουργεί ασύλληπτες καταστάσεις» Η Τέτη Παγκάλου γεννήθηκε πραμονές Χριστουγέννων τον Δεκέμβριο του 1949 στο Ξυλόκαστρο όπου και ζει. Είναι παντρεμένη, έχει δύο γιους και έναν εγγονό. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ενώ από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα με ειδίκευση στην διδασκαλία της Αγγλικής γλώσσας. Εργάστηκε στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα επί 37 χρόνια σαν καθηγήτρια Αγγλικών. Διηγήματά της δημοσιεύονται από το 1993 σε εφημερίδες και περιοδικά.Έχουν εκδοθεί το μυθιστόρημα«Μου λείπεται ύπνος» από τις εκδόσεις Ερμής με πρόλογο της κας Λένας Σαββίδη και θετική κριτική από την κα Κατερίνα Σχινά στην Καθημερινή της Κυριακής (02/08/2015) και το επίσης μυθιστόρημα «Ο αγριόγατος πηγαίνει πάντα μόνος» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, το οποίο ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2018.
Ακολουθεί η συλλογή διηγημάτων «Χαιρετισμούς στον Κάμπο» από τις εκδόσεις Εύμαρος (2021).Τέταρτό της βιβλίο είναι το «Έχω ένα παλτό, ένα χρυσό παλτό» από τις εκδόσεις Εύμαρος.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στο Ξυλόκαστρο;

ΤΕΤΗ ΠΑΓΚΑΛΟΥ: Το να γεννηθείς στο τέλος του Δεκεμβρίου του 1949 δεν είναι το ό,τι καλύτερο γιατί επωμίζεσαι όλον τον μήνα, όλον τον χρόνο και όλην τη δεκαετία. Έχεις άλλη προοπτική όταν λες γεννήθηκα το ‘50 κι ας είναι και στην αρχή του. Η Ελλάδα την εποχή εκείνη ήταν φτωχή. Μόλις είχε τελειώσει και ο δεύτερος πόλεμος που την κατασπάραξε και όλοι προσπαθούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους. Εμείς, η αδελφή μου – δύο χρόνια μικρότερή μου – κι εγώ δεν καταλαβαίναμε, περνάγαμε καλά στο σπίτι μας όπου βασίλευε η ηρεμία. Ο πατέρας μας ήταν λογιστής, είχε τελειώσει τη Μέση Εμπορική Σχολή και η μητέρα μας ήταν απόφοιτη του Γυμνασίου. Και οι δύο γονείς προσπαθούσαν να μας παρέχουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, μετά κατάλαβα ότι η εποχή εκείνη ήταν περιορισμένη και η ζωή μιας οικογένειας έπρεπε να είναι λιτή για να ανταπεξέλθει. Όλα γινόσανε με περίσκεψη και μέτρο, σε μας επικρατούσε αυτή η συνθήκη. Ο πατέρας ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος, ήταν τίμιος, ευγενικός, δίκαιος, εργατικός και συνετός. Πολέμησε στην Αλβανία και ήταν ώριμος όταν μας απέκτησε, είχε τον φόβο και την αγωνία για το μέλλον, ας πούμε φύλαγε στην αποθήκη ψηλά παλιά τεντζερέδια και τηγάνια μήπως και χρειαστεί να γυρίσουμε πίσω στη φουφού. Η μητέρα, πολύ νεώτερή του, έφερνε το μοντέρνο πνεύμα στην οικογένεια, ήταν καλή μαγείρισσα, της άρεσε το εκλεκτό ντύσιμο, λίγα και καλά, ήθελε την τάξη και την ομορφιά. Και οι δύο γονείς είχαν μιαν αγάπη για τα γράμματα, ο πατέρας ήταν πρώτος μαθητής, δικά του ήσαν τα βιβλία που υπήρχαν στο σπίτι. Η μητέρα ήταν μέτρια μαθήτρια, το τελευταίο της καλοκαίρι, γριούλα πια,διάβαζε το βιβλίο των Νέων της Γ’ Λυκείου και μου είπε: «Ήθελα να γίνω φιλόλογος, θα ήμουν καλή φιλόλογος». Εγώ από πολύ νωρίς διάβαζα παραμύθια και Μίκυ Μάους, αργότερα βιβλία «Χάιντι», «Όλιβερ Τουίστ» και κλασικά εικονογραφημένα. Και περιοδικά, πολλά περιοδικά. Ο παππούς μου στο Ξυλόκαστρο και εμείς στα Τρίκαλα Κορινθίας είχαμε ξενοδοχεία και όταν αναχωρούσαν οι παραθεριστές άφηναν πίσω τους περιοδικά, Ταχυδρόμος, Εικόνες … τότε έκανα πάρτυ αναγνώσεων! Το Ρομάντζο είχε τα καλύτερα αισθηματικά και παράξενα διηγήματα. Έγινα μανιώδης της ανάγνωσης.Τους μήνες του σχολείου όταν σχολάγαμε πρώτα πέρναγα από του παππού μου να διαβάσω τους τίτλους της πρώτης σελίδας της Καθημερινής, όπως και τα καλλιτεχνικά και κοσμικά που με ενδιέφεραν, και μετά πήγαινα στο σπίτι για να φάω. Είχαμε και μια θαυμάσια γιαγιά, μας μάζευε τον χειμώνα κοντά της στο τζάκι και μας έλεγε ιστορίες από το χωριό της το Ζεμενό Κορινθίας, ήταν μια στιβαρή Αρβανίτισσα, γερή για τη δουλειά και πρόθυμη στο να βοηθάει.

«Π»: Τί σας ώθησε στη συγγραφή; Αλήθεια τί είναι για εσάς συγγραφή;

Τ.Π.: Στο τέλος του 1959, τον Δεκέμβρη, η οικογένειά μας μεγάλωσε κατά δύο άτομα. Η μητέρα γέννησε δύο αγοράκια, κάτι που
δε φαινότανε, δεν υπήρχαν τότε και οι υπέρηχοι. Αυτό έφερε μιαν αναστάτωση στο σπίτι, εγώ ήμουν 10 χρονών, μαθήτρια της Ε’ τουΔημοτικού. Ήταν ακριβώς τότε που παράτησα τα μαθηματικά – κανείς δεν με έλεγχε πλέον – και προσκολλήθηκα στα κείμενα του Αναγνωστικού που μου άρεσαν. Θυμάμαι ότι καμάρωνα που ο παππούς μου, στρατιωτικός νοσοκόμος στην εκστρατεία της Μικρά Ασίας, είχε γνωρίσει τον Καρκαβίτσα που ήταν στρατιωτικός γιατρός. Για μένα ένας συγγραφέας ήταν σημαίνον πρόσωπο. Στο σπίτι μας ήρθε και έμεινε μια κοπέλα ως βοηθός, η μητέρα μου ήταν αδύνατο να ανταπεξέλθει μόνη της με τον όγκο δουλειάς που προέκυψε. Του πατέρα μου τα άγχη για τα μελλοντικά πολλαπλασιάστηκαν. Τότε υπήρχε οικονομική στενότητα και αυτή η αγωνία των μεγάλων καθώς και η έλλειψη χρόνου και δυνάμεων να ασχοληθούν με εμάς τα κορίτσια μάς επηρέασαν πολύ, γενικώς είμαστε ευαίσθητες και δεν προσαρμοζόμαστε εύκολα στις αλλαγές. Ήταν ακριβώς η εποχή που κλεινό-μουνα στο δωμάτιο και διάβαζα με προσήλωση για να ξεχάσω και να ξεχαστώ, θυμάμαι τα «Άγουρα χρόνια» του Κρόνιν.Το καλοκαίρι στα Τρίκαλα όπου υπήρχε πολλή δουλειά στο ξενοδοχείο η μαμά μου μας ανέθεσε να προσέχουμε ένα παιδί η κάθε μία, εγώ ανέλαβα τον πρωτότοκο που ήταν πιο ζωηρός και θα μπορούσα σαν μεγαλύτερη να τον κουμαντάρω καλύτερα. Τους φτιάχναμε την κρέμα, τους δίναμε να φάνε, τα βάζαμε για ύπνο. Κάθε απόγευμα τα πηγαίναμε βόλτα με τα καροτσάκια , μου έλεγε η αδελφή μου: «Το παιδί σου κλαίει»!. Για εμάς ήσαν τα «παιδιά» μας. Στην Πρώτη του Γυμνασίου η φιλόλογος κ. Βαλούρδου μας έβαλε μια έκθεση «Το ρολόι της εκκλησίας» και δεν ξέρω πώς την είχα φτιάξει σαν διηγηματάκι. Όταν μας την παρέδωσε δεν μου είπε κάτι , θυμάμαι ότι με κοίταξε επιδοκιμαστικά και με κοίταξε με νόημα, δεν ξεχνάω το ύφος της. Δεν σταματήσανε να μας έρχονται βιβλία, δώρα από τους θείους,που κυριολεκτικά τα ρουφάγαμε. Συχνά τα βράδια έπαιρνα από την βιβλιοθήκη του παππού μου κάτι παμπάλαιους τόμους Γεωγραφίας και διάβαζα, έβλεπα τις θολές φωτογραφίες , επέμενα στην Αφρική, δεν ξέρω γιατί. Ταξίδευα με το μυαλό μου κι ευτυχώς τα ταξίδια που υπερβολικα μου αρέσουν τα έκανα στη ζωή μου. Στο Γυμνάσιο ήμουν μια μέτρια μαθήτρια, το είχα ρίξει στη μουσική από το ράδιο αργότερα ανακάλυπτα την ροκ, πήγαινα στα πάρτυ με τα ξαδέλφια μου, ντυνόμουν μοντέρνα και εννοείται δεν διάβαζα και ούτε πρόσεχα στην ώρα της παράδοσης. Τι έκανα; Ονειροβατούσα και έφτιαχνα με το μυαλό μου ιστορίες. Όταν το 1963 ο Σεφέρης πήρε το Νόμπελ ένιωσα μια εθνική υπερηφάνεια για τη διάκριση αυτή , διάβασα την ποίησή του και πότε την καταλάβαινα και πότε όχι. Η ποίηση γενικώς, να ξέρετε, είναι η μεγάλη μου αγάπη. Την πρώτη φορά που έδωσα Ακαδημαϊκό δεν μπήκα στο Πανεπιστήμια παρά λίγο και ευτυχώς λέω εκ των υστέρων γιατί την επόμενη φορά αφού συμμάζεψα τα Αγγλικά μου μπήκα σε μια σχολή που μου άρεσε υπερβολικά: Αγγλική Φιλολογία. Η πρώτη μου αποτυχία με έκανε να
μάθω τι είναι πειθαρχία, σύστημα και απόδοση. Στο Πανεπιστήμιο ήμουν πολύ καλή. Κατάλαβα ότι προτιμούσα την Αμερικανική λογοτεχνία που είναι πιο ελεύθερη, πιο χίπικη, η Αγγλική μου φαινόταν κουμπωμένη, επίσημη, άκαμπτη με μεγαλοστομία. Στα φοιτητικά χρόνια πήγαινα στο θέατρο λιγότερο, στο σινεμά πολύ, σε διαλέξεις, σε βόλτες στην πόλη κι άρχισα να διαβάζω ποίηση με προσοχή, ήταν τότε που θέλησα να γράψω δύο ποιήματα που εκδόθηκαν από τα Κορινθιακά Χρονικά, το ένα ήταν πηγαίο, το άλλο ήταν κατασκευή, έτσι κατάλαβα τι είναι καλή και τι κακή ποίηση. Ποιήματα δεν ξαναέγραψα. Είχα μια ενδογενή επιθυμία να γράψω, είχα την ανάγκη για επικοινωνία καιαυτός ήταν ένας άμεσος τρόπος να το πετύχω. Αν είναι δυνατόν με τα γραπτά μου ήθελα να γίνω αρεστή και αγαπητή. Γράφοντας παρατηρούσα μια επιθυμία να γνωρίσω τον
εαυτό μου. Και στην περίπτωσή μου στην γραφή έβρισκα καταφύγιο να ξεχνώ τα χτυπήματα της ζωής – το 2003 έχασα σε εργατικό ατύχημα τον
44άχρονο αδελφό μου που προστάτευα όταν ήταν μικρούλης. Έχασα το «παιδί» μου.

«Π»: Διδάξατε την Αγγλική γλώσσα στο Δημόσιο και Ιδιωτικό τομέα 37 χρόνια. Έχετε συγγράψει και στην Αγγλική γλώσσα;

Τ.Π.: Μετά στο Ξυλόκαστρο άνοιξα το φροντιστήριό μου, ήταν μια δουλειά που λάτρεψα κυρίως γιατί είχα την πρωτοβουλία. Ήμουν καλή με την διδασκαλία νομίζω, φρόντιζα να επιμορφώνομαι να εισαγάγω νέες μεθόδους διδασκαλίας, να ασχολούμαι με τον κάθε μαθητή, επέμενα να ενθαρρύνω τους μέτριους μαθητές που ήσαν και οι πιο πολλοί. Ανάμεσα σε μένα και στους μαθητές υπήρχε αμοιβαίο το αίσθημα της αγάπης. Στο Γυ-
μνάσιο υπήρχε διαφορά, αρχικ είχαμε βιβλία του Υπουργείου που ήσαν δύσκαμπτα και οι τάξεις ήσαν ανομοιογενείς. Αργότερα διορθώθηκε
η κατάσταση, μας επέτρεψαν μα διαλέγουμε εμείς βιβλία και διευθετήθηκαν οι τάξεις σε επίπεδα, σημαντικές αλλαγές προς όφελος των μαθητών. Όταν έδωσα εξετάσεις για να γίνω δεκτή στο μεταπτυχιακό σε ερώτηση του εξεταστή περί διαφοράς ανάμεσα στις δύο καταστάσεις απάντησα: «Το
σχολείο είναι ο σύζυγος, το φροντιστήριο ήταν ο εραστής». Δεν μπορώ να συγγράψω στα Αγγλικά, δεν έχω ζήσει σε Αγγλόφωνο περιβάλλον και δεν κατέχω τις ειδικές σημασίες των λέξεων και των εκφράσεων ώστε να τις χρησιμοποιήσω και να αποτυπώσω αυτό που θα ήθελα.
Η διδασκαλία των Αγγλικών στην Ελλάδα περιορίζεται στο να δοθούν γνώσεις για την απόκτηση πτυχίων.

«Π»: Δημοσιεύονται διηγήματά σας από το 1993. Ποια είναι τα θέματα συνήθως;

Τ.Π.: Το 1993 διάβασα το «Και με το φως του λύκου επανέρχονται» της Ζυράννας Ζατέλη, μου άρεσε υπερβολικά και μπορώ να πω ζήλεψα. Πήρα μολύβι και χαρτί και άρχισα να πειραματίζομαι στη γραφή, έγραφα μικρές ιστορίες που μπορούσα να ελέγξω. Έτσι, σε εφημερίδες και περιοδικά, δοκιμαζόμουν για να μαθαίνω και να βρω τα ζύγια μου.Τα θέματά μου ήσαν κοινωνικά που έπλαθα με το μυαλό μου, ηθογραφικά, περιγραφές παλιών συνηθειών κ.α. Λίγες εξ αυτών των ιστοριών δεν μου άρεσαν, τις απέρριψα, σε άλλες έβγαλα φωτοτυπίες που δεν τις φρόντισα και χάθηκαν στον όγκο των γραπτών μου. Τέλος πάντων έκανα ασκήσεις γραφής. Πρόγραμμα δημιουργικής γραφής δεν παρακολούθησα αν και σκέφτηκα το ΕΚΕΒΙ που δεν με εξυπηρετούσαν τα ωράριά του.

«Π»: Έχουν εκδοθεί τέσσερα βιβλία σας, το ένα υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος
2018. Τι πραγματεύονται;

«Μου λείπεται ύπνος», Ερμής το 2015, είναι το πρώτο. Άργησε να εκδοθεί γιατί δεν βρισκόταν εκδότης, τώρα είναι εξαντλημένο. Αναφέρεται
στην κοινωνική ζωή του χωριού Ζεμενό, του Ξυλοκάστρου και την πορεία του τόπου μέσα από τα ιστορικά γεγονότα, από τις αρχές του 20ου αιώνα έως το 1977. «Ο αγριόγατος πηγαίνει πάντα μόνος» Γαβριηλίδης, δυο χρόνια μετά, το 2017. Αναφέρεται στην Επανάσταση του ‘21 στην ευρύτερη
περιοχή μας. Υποψήφιο για βράβευση, δυστυχώς πολτοποιήθηκε. «Χαιρετισμούς στον Κάμπο», Εύμαρος 2021, αφιερωμένο στο Ξυλόκαστρο και στο κοινωνικό γίγνεσθαι της μικρής πόλης. Εμπεριέχει μαρτυρίες πολιτών για την Κατοχή. Τέλος, «Έχω ένα παλτό, ένα χρυσό παλτό» Εύμαρος 2023, που μία νουβέλα που αναφέρεται στη ζωή δύο κοριτσιών και των οικογένειών τους το 1959 και 1960. Ένα διήγημα για την σχέση μητέρας και κόρης και η ασθένεια της μητέρας την εποχή της κρίσης στην Ελλάδα.

«Π»: Έχετε εμπνευστεί από τον τόπο σας το Ξυλόκαστρο, έχετε γράψει γι’ αυτό;

Τ.Π.: Ο τόπος με τις ομορφιές του κυριαρχεί στα κείμενά μου, με καθορίζει και ασυνείδητα τον διοχετεύω στις ιστορίες μου. Δίνω έμφαση και
στους ανθρώπους του, στην ζωή και τους χαρακτήρες τους. Στο τελευταίο βιβλίο αναφέρονται τα νέα κτίσματα που δηλώνουν την εξέλιξη και
τις αλλαγές.

«Π»: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Τ.Π.: Αγαπώ τον Αλμπέρ Καμύ, έχει θέσει τις βάσεις της φιλοσοφίας της νέας εποχής που ζήσαμε κι εμείς.Από τους Έλληνες ξεχωρίζω τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγάτση και την Ζατέλη. Και επειδή αγαπώ την ποίηση αναφέρω τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη.

«Π»: Η καθημερινότητα είναι μέρος των θεμάτων σας;

Τ.Π.: Κυρίως η καθημερινότητα υπεισέρχεται στη ροή των βιβλίων μου, αυτή έχει ένα κάλλος στην απλότητά της, καθορίζει τον βίο των απλών ανθρώπων, κατευθύνει τις πράξεις τους και συντελεί στις αποφάσεις τους.

«Π»: Τι σας αρέσει να μεταφέρετε στον αναγνώστη;

Τ.Π.: Τα βιβλία μου δεν έχουν διδακτικό χαρακτήρα επιθυμώ όμως οι αναγνώστες μου να μάθουν την ζωή των προγόνων τους, τα ήθη και έθιμα, να γνωρίσουν τις ρίζες τους και τα ιστορικά γεγονότα που τους επηρέασαν και τους διαμόρφωσαν.

«Π»: Σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνεστε;

Τ.Π.: Η θεματολογία δεν ενδιαφέρει τους νέους. Ώριμα άτομα που αναλογίζονται τη σχέση του χθες με το σήμερα, διαπιστώνουν την εξέλιξη
της τεχνολογίας και την επίπτωσή της στην κοινωνία, ξεδιαλύνουν ιδέες και θέλουν να γνωρίζουν την ζωή των προγόνων τους, αυτοί θα βρουν ό,τι θέλουν στα βιβλία μου.

«Π»: Οι ιστορίες μυθοπλασίας πόσο απέχουν από την πραγματικότητα;

Τ.Π.: Η μυθοπλασία ωχριά ενώπιον της πραγματικότητας που είναι απρόβλεπτη, σκηνοθετεί και διαπλέκει απίθανα γεγονότα και δημιουργεί
ασύλληπτες καταστάσεις. Η πραγματικότητα είναι η πιο σπουδαία συγγραφέας!

«Π»: Τί αναζητάτε μέσα από τον γραπτό λόγο; Και τί σας θλίβει;

Τ.Π.: Επιζητώ ιδέες, πληροφορίες οδηγίες συμβουλές. Με θλίβει η παρούσα τεχνολογία που συντελεί στο να απομακρύνονται οι νέοι από το βιβλίο καθώς και το πόσο η ορολογία της αλλοιώνει και αποδυναμώνει τη γλώσσα μας.

«Π»: Το περιβάλλον σας είναι υποστηριχτικό;

Τ.Π.: Για ό,τι ήθελα να κάνω, για ό,τι κυνηγούσα να πετύχω πάντα δίπλα μου είχα συμπαραστάτες τους γονείς μου, τον σύζυγο, τα παιδιά
μου και την αδελφή μου. Τους ευχαριστώ θερμότατα για την προστασία και την βοήθειά τους.

«Π»: Ποια είναι τα συναισθήματα όταν γράφετε και όταν τελικά ολοκληρώνετε ένα έργο;

Τ.Π.: Η πορεία της ανάπτυξης ενός έργου είναι πιο ενδιαφέρουσα από την ολοκλήρωση του βιβλίου.Είναι σαν να συνθέτεις ένα παζλ.
Αναζητάς πληροφορίες, επινοείς ευρήματα, βρίσκεις λύσεις, ακυρώνεις τις λύσεις ανατρέχεις σε πηγές, νομίζεις ότι κατέκτησες κάτι κι όμως
οδηγήσε σε λαγούμια, διορθώνεις, γράφεις, σβήνεις… Η ολοκλήρωση του βιβλίου είναι μια ικανοποίηση ότι έφτασες σ’ ένα τέλος και μέχρι τη τελευταία στιγμή αμφιβάλεις.

«Π»: Ποιο έργο σας ξεχωρίζετε;

Τ.Π.: Όλα τα έργα μου τα αγαπώ, ξεχωρίζω κάπως το «Μου λείπεται ύπνος», το οποίο άργησα να το ολοκληρώσω, άργησα να βρω εκδότη,τα πρόσωπα και τα περιβάλλοντα μου είναι γνωστά, μετουσιωμένα όμως. Σε έναν κεντρικό ήρωα του βιβλίου, τον Ερμή, πέρασα όλες τις
ιδιότητες του χαρακτήρα του αγαπημένου μου αδελφού.

«Π»: Άρα τα έργα σας έχουν βιωματικά στοιχεία;

Τ.Π.: Σε όλα τα έργα μου υπάρχουν βιωματικά στοιχεία, όχι όμως βιογραφικά. Οι ιστορίες, το τι έκανα, τι είδα, τι διάβασα, τι άκουσα, μου
καθιστούν το θέμα γνωστό κι έτσι μπορώ να το περιγράψω με την πένα. Δεν δουλεύω με την φαντασία.

«Π»: Τώρα τι ετοιμάζετε;

Τ.Π.: Βιβλίο άλλο δεν θα γράψω. Έχω πολύ υλικό στα ντοσιέ μου που είναι σκόρπιο και αποσπασματικό αλλά δεν θα ασχοληθώ να το δέσω σε ενότητες. Αναρτώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μικρά αφηγήματα από αυτό, μικρές ιστορίες που τις διαβάζουν αρκετοί φίλοι. Γράφω χάικου περιστασιακά και συνεχίζω να διαβάζω. Ομολογώ ότι θα ήθελα να γράψω ένα θεατρικό.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή