Γράφει η ΒΑΣΙΛΙΚΗ Ι. ΠΑΠΑΚΙΤΣΟΥ, Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεύτρια MSc University of Central Lancashire – UK
Η αποτελεσματική επικοινωνία αποτελεί θεμέλιο λίθο των διαπροσωπικών σχέσεων. Όσο το ζευγάρι επικοινωνεί, συνδιαλέγεται, μοιράζεται σκέψεις, προβληματισμούς, συναισθήματα και προβλήματα που μπορεί να προκύπτουν, όλα αντιμετωπίζονται. Αντίθετα, όταν το ζευγάρι πάψει να επικοινωνεί, λόγω παρερμηνειών, παρεξηγήσεων, διαφορετικών αντιλήψεων, ή και της αμυντικής ή επιθετικής στάσης που κρατούν, νιώθουν δυσφορία, απομακρύνονται και η επικοινωνία αποτυγχάνει. Συχνή αντίδραση και των δύο συντρόφων είναι η στάση: «ποτέ δεν με ακούει όταν μιλάω».
Η ουσιαστική επικοινωνία στο ζευγάρι ξεκινά με την αποδοχή και την κατανόηση. Την αναγνώριση ότι ο σύντροφός μας έχει διαφορετικές αντιλήψεις, αλλά και τρόπο διαχείρισης των καταστάσεων της καθημερινότητας. Κάθε ζευγάρι είναι σημαντικό να έχει διαμορφώσει δικούς του τρόπους – γλώσσα επικοινωνίας, λαμβάνοντας υπόψη συνολικά τη διαφορετικότητά τους. Βασικό συστατικό της αποτελεσματικής επικοινωνίας είναι η αρμονική συνύπαρξη της λεκτικής και μη λεκτικής επικοινωνίας.
Χαμηλώνουμε τους τόνους και προσπαθούμε να συντονιστούμε με την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση του συντρόφου, να συντονιστούμε με το κανάλι του συντρόφου, ώστε να γνωρίζουμε ότι είναι σε θέση να ακούσει, ότι είναι διαθέσιμος. Διατηρούμε απέναντί του θετική στάση και σκέψη.
Δείχνουμε έμπρακτα το ενδιαφέρον και την προσοχή μας για τα λεγόμενά του, με ενεργητική ακρόαση, ώστε να εδραιώσουμε μία σχέση εμπιστοσύνης και διαλόγου μεταξύ μας στην καθημερινότητά μας. Δεν παρερμηνεύουμε μία άρνησή του, για παράδειγμα, να ακούσει, αλλά μπορούμε να την ερμηνεύσουμε ως ανάγκη να αποφορτιστεί από την εργασία του.
Με ήρεμο τρόπο αλλά και με τη χρήση κατάλληλων ερωτήσεων, που προάγουν το διάλογο, προσεγγίζουμε το σύντροφό μας αξιοποιώντας όχι μόνο τα λόγια, αλλά και τη γλώσσα του σώματος.
Αρχικά, θα εκφράσουμε λεκτικά το θέμα και πώς θέλουμε να το συζητήσουμε, καθιστώντας το σαφές, ώστε να μην υπάρξουν παρερμηνείες που θα οδηγήσουν σε παρεξηγήσεις. Επίσης, θα αξιοποιήσουμε την παράφραση και την αντανάκλαση των συναισθηματικών στοιχείων των εκφράσεων του (Μαλικιώση – Λοΐζου, 1998). Και εδώ απαιτείται αρμονία και διασύνδεση ανάμεσα στο λεκτικό και μη λεκτικό μήνυμα που εκπέμπεται. Η ενσυναίσθηση, η αποδοχή, ο σεβασμός, η κατανόηση, αποτελούν σημαντικά εργαλεία.
Προσεγγίζοντας το σύντροφό μας με τη βλεμματική επαφή, τις εκφράσεις του προσώπου, τη γλώσσα του σώματος, την ένταση και χροιά της φωνής θα κινητοποιήσουμε το ενδιαφέρον του. Είναι σημαντική η αξιοποίηση όλων των αισθήσεων κατά τη διάρκεια της επικοινωνιακής συναλλαγής (Satir 1995).
Καλό θα ήταν να αποφεύγει να μιλάει από συνήθεια, χωρίς να ακούει τι λέει, και κυρίως, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το εννοεί. Να λαμβάνει υπόψη του τους ιδιαίτερους κώδικες, λέξεις, εκφράσεις, φορτισμένες συναισθηματικά για το άλλο άτομο από εμπειρίες και βιώματα του παρελθόντος ( Satir 1995).
Να μην γίνεται επικριτικός, προσβλητικός, ή αδιάφορος για το σύντροφό του. Να μην εκφράζεται όταν βρίσκεται σε συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση.
Να αφουγκράζεται ο ένας τις ανάγκες του άλλου, αλλά και να εκφράζει απλά, κατανοητά, με διπλωματία, αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό και τις δικές του.
Η επικοινωνία είναι τέχνη και απαιτεί από το ζευγάρι δέσμευση, προσπάθεια, υπομονή. Σε κάθε περίπτωση, το ζευγάρι πρέπει να είναι εκεί. Ο ένας για τον άλλον με φροντίδα, αγάπη, αποδοχή και κατανόηση.