Γράφει η ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΟΥΛΑ, Γραφίστρια (Πτυχιούχος B.Α. Graphic Design), Συγγραφέας, Απόφοιτη σχολής ΜΕΧΑ
Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι και με την ευκαιρία του γεγονότος ότι έκλεισαν τα σχολεία λόγω διακοπών και ξεκίνησε επίσημα πλέον για τους μαθητές δικαιωματικά η καλοκαιρινή ραστώνη, ας μιλήσουμε για το παιχνίδι το οποίο μόλις ξεκινά και προβλέπεται άφθονο! Θα μιλήσουμε, όμως, για εκείνα τα παλιά παιχνίδια των παιδιών εκείνων των αλλοτινών νοσταλγικών εποχών που ήταν πιο απλά και δεν στοίχιζαν τίποτα, γιατί ως γνωστόν «ουκ εν τω πολλώ το ευ».
Διότι τα παιδιά εκείνης της εποχής δεν έπαιζαν ούτε με κινητά τηλέφωνα, ούτε με τάμπλετ, ούτε με λάπτοπ, ούτε με σόσιαλ μίντια, κ.λπ. Στη σύγχρονη εποχή τα παιδιά δυστυχώς, βυθίζονται όλο και περισσότερο στα ηλεκτρονικά παιχνίδια των υπολογιστών, σε παιχνίδια που τα παρασύρουν σε πλασματικούς και ανίερους κόσμους. Την εποχή που ήμουν στην ηλικία τους και αλωνίζαμε τις γειτονιές του Γαλατσίου, τότε που υπήρχαν ακόμα γειτονιές και η καλημέρα των ανθρώπων ήταν ατόφια και αυθεντική, τότε που υπήρχαν ελάχιστα αυτοκίνητα, ανύπαρκτη σχεδόν εγκληματικότητα και οι μανάδες, μας άφηναν να ξεπορτίζουμε και να παίζουμε στη γειτονιά έως αργά το απόγευμα χωρίς την αίσθηση του φόβου. Τότε που γινόμασταν μικροί εφευρέτες και αυτοσχεδιάζαμε, όπως έκαναν οι παππούδες μας και οι γονείς μας με τα δικά τους αυτοσχέδια παιχνίδια.
Δυστυχώς, όλα αυτά αποτελούν μια ξεθωριασμένη γλυκιά ανάμνηση αλλά ποτέ λησμονημένη.
Σήμερα, στα «σύγχρονα» παιδιά όλα αυτά τα προγενέστερα παιχνίδια δημιουργούν απορίες και ερωτήματα, παρ’ όλα αυτά υπήρξαμε ευτυχισμένα παιδιά με βαθιά αντίληψη και κριτική σκέψη, πρακτικά και με επινοητικότητα, χαρήκαμε την κάθε μας στιγμή και ας ματώσαμε γόνατα στο χαλίκι της γειτονιάς!
Πάμε να θυμηθούμε μερικά από αυτά τα παιχνίδια της δικής μου γενιάς κάνοντας και μια αναφορά τιμής ένεκεν, αυτής της γενιάς των γονιών μας! Ας γίνουμε για λίγο ξανά παιδιά… ώρα για παιχνίδι!
Ποιός ήταν αυτός που δεν έπαιξε μήλα, να σηκώσει το χέρι! Τότε που δύο παιδιά χωρίζονταν και αποτελούσαν τα «τέρματα». Με κλήρο όριζαν ποιος από τα τέρματα θα έριχνε πρώτος την μπάλα, για να χτυπήσει ένα από τα παιδιά που βρίσκονταν στο κέντρο. Αν αυτός που θα έριχνε την μπάλα δεν πετύχαινε κανένα παιδί, τότε έβγαινε και στέκονταν πίσω, με τη σειρά του έριχνε την μπάλα ο άλλος. Όταν το παιδί που πετούσε την μπάλα για να χτυπήσει κάποιο από τα παιδιά και άμεσα να βγει εκτός παιχνιδιού. Αν κάποιο παιδί έπιανε την μπάλα και την κρατούσε, τότε κέρδιζε ένα μήλο και δεν έβγαινε από το παιχνίδι ή το αντίθετο.
Όταν έμενε ένα μόνο παιδί στο κέντρο τότε παίζονταν τα μήλα, θα του έριχναν δώδεκα μπαλιές, έξι από κάθε τέρμα. Πρώτα έριχνε ο ένας λέγοντας «Ένα μήλο», μετά ο άλλος, «Δύο μήλα!» και ούτω καθεξής. Το παιδί που ήταν στη μέση έτρεχε πέρα δώθε, ώστε να αποφύγει την μπάλα. Αν τον πετύχαιναν τότε έχανε και το παιχνίδι άρχιζε ξανά με νέα τέρματα. Αν τα κατάφερνε να μην χτυπηθεί, είχε το δικαίωμα να φέρει όλους του παίκτες μέσα και να ξεκινήσει το παιχνίδι από την αρχή με τα ίδια τέρματα.
Ποιός δεν έχει τραγουδήσει τους παρακάτω στίχους:
«Δεν περνάς κυρά-Μαρία,
δεν περνάς δεν περνάς,
πού θα πας κυρά-Μαρία
δεν περνάς, περνάς!»
Τα παιδιά πιάνονταν απ’ το χέρι και σχημάτιζαν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι έκανε την κυρά-Μαρία και στέκονταν στη μέση. Γύριζαν γύρω γύρω και τραγουδούσαν, ενώ η κυρά- Μαρία προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα.
Όταν άκουγε το όνομά του το κορίτσι που φώναζε η κυρά-Μαρία, έφευγε από τον κύκλο και έμπαινε στη μέση και τότε γίνονταν αυτό η κυρά-Μαρία, ώσπου έμεναν λίγα κορίτσια για να σχηματίσουν κύκλο κι έτσι το παιχνίδι έφτανε στο τέλος!
Ποιός είναι που δεν θυμάται τα αυτοσχέδια παιχνίδια κυνηγητό, κρυφτό και κουτσό!
Επίσης, η τυφλόμυγα παίζονταν με δύο παιδιά ή και περισσότερα. Στην αρχή όλοι τραβούσαν έναν κλήρο για να δούνε ποιος θα τα φυλάει, το παιδί έκλεινε τα μάτια του, ενώ την ώρα που τα είχε κλειστά τα παιδιά μπερδεύονταν μεταξύ τους. Τότε το παιδί που έκανε την τυφλόμυγα έπρεπε να βρει ποιο είναι το όνομα του παιδιού που έπιασε, αν το αναγνώριζε, τότε αυτό το παιδί έκανε την τυφλόμυγα και έτσι συνεχίζονταν το παιχνίδι.
Και από την τυφλόμυγα, στη μακριά γαϊδούρα! Το παιχνίδι παίζονταν από αγόρια που ανήκαν σε δύο ομάδες, τα μέλη της μιας ομάδας σχημάτιζαν μια σειρά από παιδιά που έσκυβαν, με το ένα να έχει γυρισμένη την πλάτη του στο άλλο, έπαιρναν φόρα και πηδούσαν πάνω από τα παιδιά της πρώτης ομάδας, ώσπου να ανέβουν όλα τα παιδιά στην πλάτη της υποτιθέμενης και αυτοσχέδιας «γαϊδούρας».
Εάν τα κατάφερναν να σταθούν στη θέση τους, χωρίς να πέσουν κάτω στο έδαφος, τότε κέρδιζαν.
«Γύρω, γύρω, όλοι στη μέση ο Μανώλης, χέρια πόδια στη γραμμή, όλοι κάθονται στη Γη και ο Μανώλης στο σκαμνί». Τα παιδιά πιάνονταν από τα χέρια και σχημάτιζαν ένα μεγάλο κύκλο. Ένα από τα παιδιά πήγαινε στη μέση του κύκλου με δεμένα μάτια με ένα μαντήλι, για να υποδυθεί τον Μανώλη. Τα παιδιά γύριζαν σε κύκλο τραγουδώντας το παραπάνω τραγούδι, τότε αυτός που έκανε τον «Μανώλη», έπρεπε να βρει ένα παιδί και να το αναγνωρίσει έχοντας κλειστά τα μάτια του.
Όμορφα και επινοητικά παιχνίδια, σε αεικίνητη τροχιά το μυαλό και το σώμα, ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, χρόνια αθωότητας, ξέγνοιαστα και δημιουργικά, παρέα με τους πρώτους φίλους μας και συνοδοιπόρους στα συντροφικά αγαπημένα αυτά παιχνίδια.
Παλιά αγαπημένα παιχνίδια ξεχασμένα ίσως, ποτέ όμως χαμένα και λησμονημένα, παιχνίδια που μερικά από αυτά αντιστέκονται στο χρόνο και στην τεχνολογία και συνεχίζουν να σκορπίζουν χαμόγελα στα παιδιά μετά από αρκετές δεκαετίες!
Έπεται συνέχεια…, γιατί το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ για τα μικρά αλλά και μεγάλα παιδιά!