Η Βερίνα Χωρεάνθη, συγγραφέας – ποιήτρια, μιλάει στη Μαίρη Γκιώνη – Λαρεντζάκη
Η Βερίνα Χωρεάνθη γεννήθηκε στον Πειραιά και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο χώρο της λογοτεχνικής μετάφρασης σε συνεργασία με μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Επί σειρά ετών, αρθρογραφούσε σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά με κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, μουσικής και κινηματογράφου, καθώς και μεταφράσεις, χρονογραφήματα, ρεπορτάζ και πρωτότυπα λογοτεχνικά κείμενα. Ασχολείται με τη συγγραφή, τη φωτογραφία, τα πολυμέσα, τη δημιουργία βίντεο και το blogging. Από το 2016 διατηρεί το αγγλόφωνο ιστολόγιο Strange Dark Stories όπου δημοσιεύει άρθρα της σχετικά με την κουλτούρα των video games. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Το Δρεπάνι και το Φεγγάρι», εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος (2025), καθώς και δύο ψηφιακά βιβλία που διατίθενται ελεύθερα μέσω διαδικτύου: μία συλλογή δημοσιευμένων πρωτότυπων κειμένων και μεταφράσεών της με τον τίτλο «Τα Δώρα των Εσπερίδων» (2022) και μία επιλογή από άρθρα του ιστολογίου της με τον τίτλο «Strange Dark Stories» (2024).
«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στον Πειραιά;
ΒΕΡΙΝΑ ΧΩΡΕΑΝΘΗ: Γεννήθηκα στον Πειραιά, ωστόσο μεγάλωσα σε δύο Αθηναϊκές συνοικίες, αρχικά στον Άγιο Σώστη και στη συνέχεια στο Νέο Κόσμο, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν τα βιβλία. Ωστόσο οι γονείς μου, αν και συγγραφείς και οι δύο, δεν επέβαλαν ποτέ τον εαυτό τους μ’ αυτή την ιδιότητα ούτε σε μένα, ούτε στην αδερφή μου. Ανακάλυπτα βιβλία στη βιβλιοθήκη και τα ξεφύλλιζα πολύ πριν πάω σχολείο – είχα μάθει να μετράω από ένα βιβλίο με παιδικά τραγουδάκια, παρατηρώντας τους αριθμούς των σελίδων του. Μου άρεσε να χαζεύω τις εγκυκλοπαίδειες, και αργότερα, σε μεγαλύτερη ηλικία αλλά ενώ ήμουν ακόμα παιδί, είχα βρει συναρπαστικές τις ποιητικές ανθολογίες.
Επίσης θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ενώ ήμουν ακόμα στο Δημοτικό, έπεσε στα χέρια μου το εμβληματικό μυθιστόρημα του Τσαρλς Ντίκενς «Μεγάλες Προσδοκίες» (το είχαν κάνει δώρο στην αδερφή μου), το οποίο μου κίνησε το ενδιαφέρον από τις πρώτες σειρές, και το διάβασα σχεδόν απνευστί – κάπως ασυνήθιστο για μένα εκείνη την περίοδο, καθώς δεν διάβαζα πάρα πολύ τότε, αλλά αυτό δείχνει πόσο πολύ μου άρεσε και τώρα που το σκέφτομαι, θα έλεγα ότι καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα πορεία μου.
«Π»: Τι σας ώθησε στη συγγραφή;
Β.Χ.: Πειραματιζόμουν από μικρή, χωρίς να έχω κάτι ξεκάθαρο στο μυαλό μου. Στην εφηβεία, άρχισα να γράφω ποιήματα – είχα μάλιστα γράψει και μερικά στα αγγλικά – αλλά από αυτά δεν έχει επιζήσει κανένα, καθώς στη συνέχεια άλλαξε τελείως ο τρόπος σκέψης μου και η αντίληψή μου, ενώ αποκτούσα και περισσότερες εμπειρίες. Από πιο μικρή, ωστόσο, με διασκέδαζε να σκαρφίζομαι ιστορίες, αν και τότε δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί στο μυαλό μου η ιδέα ότι θα μπορούσα να τις καταγράψω και να τις αναπτύξω σε μια αφήγηση. Καθώς αργότερα διάβαζα πιο συστηματικά και πιο συνειδητά, όλη αυτή η διαδικασία άρχισε να παίρνει μορφή και σιγά σιγά να υλοποιείται. Η επαφή μου με την κλασική λογοτεχνία και στη συνέχεια οι σπουδές μου (έχω σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία) βοήθησαν πάρα πολύ στο τεχνικό κομμάτι, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τα πεζά κείμενα και τη δομή τους.
«Π»: Τι είναι για εσάς η λογοτεχνία;
Β.Χ.: Αρχικά, ως αναγνώστρια, την έβλεπα σαν μια διέξοδο από την καθημερινότητα, ωστόσο πολλές φορές αρκούσε απλώς να μου κινήσει το ενδιαφέρον ένα βιβλίο, για να το πιάσω στα χέρια μου και να το διαβάσω. Από τη στιγμή που άρχισα ν’ ασχολούμαι κι εγώ ως δημιουργός, παρέμεινε μια διέξοδος από την καθημερινότητα, με τη διαφορά ότι από εκείνο το σημείο και πέρα έστηνα πια κι εγώ μέσα απ’ αυτή τη δημιουργική διαδικασία τους δικούς μου, εναλλακτικούς κόσμους. Η λογοτεχνία είναι ένα μαγευτικό σύμπαν έτσι κι αλλιώς, και η συνεισφορά της στην εξέλιξη των ανθρώπων είναι πολύτιμη.
«Π»: Ποιοί είναι οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες;
Β.Χ.: Πάντα επιστρέφω στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη και τον «Κούμπλα Χαν» του Σάμιουελ Κόλεριτζ. Επίσης λατρεύω τη Βικτωριανή λογοτεχνία. Τα μυθιστορήματα του Τσαρλς Ντίκενς και του Ουίλκι Κόλινς είναι υποδείγματα γραφής, τόσο όσον αφορά την γλώσσα τους, όσο και στο θέμα της ανάπτυξης χαρακτήρων και του χειρισμού και της εξέλιξης της πλοκής τους. Αγαπώ πολύ τον Ε. Μ. Φόρστερ, τον Ε. Χ. Λώρενς, τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο. Η «Δούκισσα του Μάλφι» του Τζον Ουέμπστερ ήταν κομβικής σημασίας για μένα όταν τη διάβασα, όπως και η «Παναγιά η Γοργόνα» του Μυριβήλη, η «Eroica» του Κοσμά Πολίτη, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ. Επίσης λατρεύω τα δημοτικά μας τραγούδια και τα λαϊκά μας παραμύθια – θεωρώ ότι είναι ένας θησαυρός και προσωπικά για μένα μια ανεξάντλητη δεξαμενή έμπνευσης, όπως επίσης και τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία.
«Π»: Γιατί γράφετε ποίηση;
Β.Χ.: Όπως προανέφερα, είναι για μένα τρόπος έκφρασης, όπως και η πεζογραφία και η ζωγραφική. Τη βλέπω σαν έναν ακόμα τρόπο να αφηγηθώ ιστορίες. Η ποίηση είναι κατ’εξοχήν η φωνή του υποσυνειδήτου μας, αλλά μπορεί επίσης να πει μια ολόκληρη ιστορία μέσα σε μερικούς στίχους.
«Π»: Η ποιητική σας συλλογή με τίτλο «Το δρεπάνι και το Φεγγάρι», εκδόσεις Ζαχαρόπουλους (2025), τί πραγματεύεται;
Β.Χ.: Τα ποιήματα της συλλογής αυτής γράφτηκαν με τρόπο αυθόρμητο και ταυτόχρονα συστηματικό. Είναι συναισθηματικά, αλλά την ίδια στιγμή πέρα για πέρα κατασταλαγμένα. Είναι σαν να περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να αρθρωθούν, ενώ «ζυμώνονταν» για πολλά χρόνια.
Η συλλογή πραγματεύεται διάφορα θέματα, άλλα πιο προσωπικά και βιωματικά και άλλα πιο γενικά, αλλά πάντα ιδωμένα μέσα από τη δική μου ματιά. Η φύση, η Iστορία, το παρελθόν, η παράδοση, η θάλασσα, οι αναμνήσεις, είναι στοιχεία σχεδόν πάντα παρόντα. Όπως είπα και νωρίτερα, αφηγούμαι ιστορίες, κάποιες από τις οποίες είναι προσωπικές. Θέλησα επίσης συνειδητά να πειραματιστώ στο τεχνικό κομμάτι, γι’ αυτό και υπάρχουν στο βιβλίο ποιήματα έμμετρα, όπως σονέτα και μπαλάντες, πιο παραδοσιακά, όπως ο δεκαπεντασύλλαβος, αλλά και ελευθερόστιχα, καθώς και πιο στιλιζαρισμένα είδη, όπως το παντούμ και η βιλανέλα.
«Π»: Ποιό λογοτεχνικό είδος αγαπάτε;
Β.Χ.: Αγαπώ τα μυθιστορήματα που συνδυάζουν ρεαλισμό και φαντασία. Επίσης κλασικές περιπέτειες, όπως «Το Νησί Των Θησαυρών» του Στίβενσον, τις ιστορίες τρόμου του Έντγκαρ Άλαν Πόε ή τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. H γοτθική λογοτεχνία με γοητεύει. Δεν μπορώ ωστόσο να πω με απολυτότητα ότι μου αρέσουν συγκεκριμένα είδη αποκλειστικά· περισσότερο θα έλεγα ότι αγαπώ τις ιστορίες εκείνες που, σε όποιο είδος κι αν ανήκουν, διαθέτουν πρωτοτυπία και αυθεντικότητα.
«Π»: Είναι το πρότυπό σας η καταξιωμένη, βραβευμένη και με πλούσιο βιογραφικό έργο μητέρα σας;
Β.Χ.: Γενικά δεν έχω πρότυπα, και θεωρώ – άποψή μου, βέβαια – ότι δεν είναι και σκόπιμο να έχει κανείς πρότυπα. Εκτιμώ και σέβομαι το έργο τόσο της μητέρας μου όσο και άλλων καταξιωμένων δημιουργών, αλλά από κει και πέρα ακολουθώ τη δική μου πορεία.
«Π»: Τι εμπεριέχει η συλλογή σας «Τα δώρα των Εσπερίδων» 2022;
Β.Χ.: Πρόκειται για μια ψηφιακή, προσωπική έκδοση, όπου έχω συγκεντρώσει πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις που είχα κατά καιρούς δημοσιεύσει σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά, μέσα σε μια περίοδο είκοσι χρόνων περίπου.
«Π»: Αρθρογραφούσατε επί σειρά ετών και παρουσιάζατε βιβλία, κριτικές κλπ. Τί σας προσέδωσε αυτή η δραστηριότητά σας;
Β.Χ.: Προσωπικά θα έλεγα ότι η κριτική, στον βαθμό που είχα ελευθερία να εκφράσω την άποψή μου χωρίς περιορισμούς (πάντα με σεβασμό και αντικειμενικότητα, εννοείται), με βοήθησε στην περαιτέρω συγκρότηση του δοκιμιακού μου λόγου, κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο για όποιον γράφει. Επίσης ήρθα σε επαφή με αξιόλογα βιβλία τα οποία μπορεί και να μην διάβαζα σε άλλη περίπτωση. Δυστυχώς, αυτή η ελευθερία έκφρασης δεν ήταν πάντα το ζητούμενο, κάτι που από ένα σημείο και πέρα άρχισε να περιορίζει δραματικά το κριτικό κείμενο καθώς του στερούσε την αντικειμενικότητα, κι αυτό τελικά αναιρούσε την έννοια και την ουσία της κριτικής. Η απλή παρουσίαση, από την άλλη, είναι μια κάπως διαφορετική διαδικασία που αποσκοπεί κυρίως στην τυπική ενημέρωση του κοινού για μια κυκλοφορία, επομένως δεν εμπλέκεται εκεί ιδιαίτερα ο προσωπικός παράγοντας.
«Π»: Οι μεταφράσεις τί απαιτούν;
Β.Χ.: Κατ’αρχάς να πω ότι γνωρίζω πολύ καλά Αγγλικά και αρκετά καλά Ισπανικά και Γαλλικά. Οι μεταφράσεις απαιτούν καλή γνώση ξένων γλωσσών, προφανώς, αλλά είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρχει και πολύ καλή γνώση της μητρικής μας γλώσσας, καθώς και γενικότερες γνώσεις σε μια διευρυμένη γκάμα θεμάτων. Ή να υπάρχει η θέληση και η δυνατότητα έρευνας πάνω σε θέματα που σχετίζονται κάθε φορά με τον συγγραφέα και το κείμενο που αναλαμβάνει κανείς να μεταφράσει. Είναι καίριας σημασίας να γνωρίζεις το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφτηκε ένα βιβλίο, την εποχή του, τους λόγους που ίσως ώθησαν τον συγγραφέα να το γράψει. Η μετάφραση δεν είναι απλά μεταφορά ενός κειμένου από τη μια γλώσσα στην άλλη – ουσιαστικά καλείσαι να ξαναγράψεις ένα ήδη ολοκληρωμένο έργο διατηρώντας την πολύ λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο να ακολουθήσεις πιστά και με απόλυτο σεβασμό το πνεύμα, το ύφος και το όραμα του συγγραφέα, και στο να είναι το μεταφρασμένο κείμενο, που μπορεί να προέρχεται από τελείως διαφορετική κουλτούρα, κατανοητό στο κοινό.
«Π»: Η φωτογραφία πώς προέκυψε;
Β.Χ.: Η φωτογραφία είναι μία αγαπημένη μου ενασχόληση, καθώς μου αρέσει να παρατηρώ και να αποτυπώνω τον κόσμο γύρω μου με διάφορους τρόπους. Δεν θα έλεγα ότι πρόκειται ακριβώς για χόμπι, γιατί συνήθως υπάρχει λόγος για κάθε καρέ που απομονώνω.
«Π»: Το βίντεο;
Β.Χ.: Με τη δημιουργία βίντεο ασχολούμαι λίγο περισσότερο από μια δεκαετία, και είναι μια διαδικασία που με ευχαριστεί πολύ καθώς είναι και διαδραστική και δημιουργική.
«Π»: Τί ανταπόκριση έχει το αγγλόφωνο ιστολόγιό σας, Strange Dark Stories, για την κουλτούρα των video games;
Β.Χ.: Έχει εξαιρετικά μεγάλη ανταπόκριση, αλλά κυρίως στο ξενόγλωσσο κοινό, λόγω της θεματικής του εξειδίκευσης αλλά και του ότι είναι αγγλόφωνο. Τα video games είναι πολύ παρεξηγημένα, ιδίως από ανθρώπους που έχουν άγνοια γι’ αυτά. Πρόκειται για ένα αναπόσπαστο στοιχείο της κουλτούρας των τελευταίων δεκαετιών, είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι, και ο κόσμος τους είναι συναρπαστικός. Απ’ ό,τι έχω δει, καθώς διατηρώ και σχετικό κανάλι στο YouTube από το 2012, το κοινό στο εξωτερικό είναι ασύγκριτα πιο εξοικειωμένο και απείρως πιο δεκτικό από το δικό μας στο θέμα αυτό. Δεν μου αρέσει που το λέω, αλλά έτσι είναι, δυστυχώς. Αυτός άλλωστε ήταν και ο βασικός λόγος που, όταν ξεκίνησα το ιστολόγιο το 2016, αποφάσισα να γράφω τα άρθρα στα αγγλικά.
«Π»: Πώς βλέπετε σήμερα τους εκδοτικούς οίκους; Είναι ικανοποιητικός ο τρόπος που εκδίδονται βιβλία;
Β.Χ.: Ο κάθε εκδοτικός οίκος λειτουργεί διαφορετικά, και καλώς γίνεται αυτό ώστε να υπάρχει η δυνατότητα της επιλογής. Καθώς έχω βρεθεί στον χώρο αυτόν με διάφορους ρόλους, έχω δει από πολύ κοντά τις εξελίξεις σε γενικές γραμμές. Εδώ και κάποια χρόνια, έχει γίνει πολύ πιο εφικτό να εκδώσει κάποιος το έργο του, καθώς υπάρχουν πολύ περισσότερες εναλλακτικές από όσες στο παρελθόν, κάτι που φυσικά είναι ιδιαίτερα θετικό.
«Π»: Γράφουμε, λίγο πολύ, όλοι. Όμως διαβάζουμε το ίδιο;
Β.Χ.: Χωρίς να μπορώ να μιλήσω εξ ονόματος όλων, θα έλεγα ότι αυτό δεν είναι δυνατό να συμβεί, καθώς ο καθένας από μας έχει διαφορετική αντίληψη και προσλαμβάνουσες. Υπάρχει ένα κομμάτι του αναγνωστικού κοινού που διαβάζει επειδή είναι της μόδας ή επιλέγει να διαβάσει βιβλία που είναι της μόδας. Από την άλλη, υπάρχουν μεγάλες μερίδες αναγνωστών που διαβάζουν φανατικά και αποκλειστικά συγκεκριμένα είδη λογοτεχνίας μόνο. Και υπάρχει και ένα βασικό κομμάτι, ίσως το μεγαλύτερο, που διαβάζει σταθερά, επιλέγοντας βιβλία ανάλογα με τα γούστα του ή με το τι μπορεί να του έχει τραβήξει την προσοχή.
«Π»: Τα social media βοηθούν το έργο σας;
Β.Χ.: Ναι, ως έναν βαθμό, όχι όμως τόσο καταλυτικά όσο ίσως θα φαντάζεται κανείς. Τα social media βοηθούν κυρίως στο να φτάσει η δουλειά σου σαν τίτλος, ας πούμε, ή σαν εικόνα σε πολύ περισσότερο κόσμο. Για παράδειγμα, όταν αναρτάς το εξώφυλλο του βιβλίου σου, θα το δει πολύ περισσότερος κόσμος απ’ όσους θα το δουν στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Θα το δουν και άνθρωποι που δεν σε γνωρίζουν, καθώς και κόσμος εκτός συνόρων. Από την άλλη ωστόσο, δεν είναι δεδομένο ότι όλος αυτός ο κόσμος θα πάει να το αγοράσει ή θα παρακινηθεί με κάποιον τρόπο να το διαβάσει, επομένως δεν υπάρχει απαραίτητα και μια αναλογία ανάμεσα στο κοινό που θα ανταποκριθεί στα social media και στο κοινό που θα ενδιαφερθεί ουσιαστικά για το εκάστοτε έργο.
«Π»: Είναι κάτι που σας έκανε εντύπωση κατά τη διάρκεια της συγγραφής και έκδοσης της ποιητικής σας συλλογής ή των άλλων βιβλίων σας;
Β.Χ.: Έχω έναν ιδιότυπο τρόπο που επεξεργάζομαι τις ιδέες μου και στη συνέχεια τις καταγράφω, είτε πρόκειται για ποιήματα είτε για πεζά. Τα ποιήματα, ωστόσο, της συλλογής αυτής γράφτηκαν μέσα σε σχετικά λίγο χρόνο, μέσα από μια διαδικασία που λειτούργησε για μένα σαν ψυχοθεραπεία. Γενικά η …τελετουργία της συγγραφής είναι κατά κανόνα μοναχική, και καμιά φορά είναι κάπως σκιαχτερό να συνδιαλέγεσαι με τον εαυτό σου μ’ αυτόν τον τρόπο! Αλλά στο τέλος είναι λυτρωτικό.
«Π»: Τί σας στενοχωρεί;
Β.Χ.: Δεν θα έλεγα ότι με στενοχωρεί, αλλά ότι με προβληματίζει το γεγονός πως σε πολλούς τομείς της ζωής δυστυχώς πάμε πίσω αντί να προχωράμε μπροστά. Ωστόσο θεωρώ ότι αν κάνει ο καθένας μας ό,τι καλύτερο μπορεί στο περιβάλλον που είναι σε θέση να επηρεάσει, όσο περιορισμένο κι αν είναι αυτό, ίσως και να επιτευχθεί κάτι καλύτερο στο μέλλον.
«Π»: Τι ετοιμάζετε;
Β.Χ.: Για το άμεσο μέλλον, ετοιμάζω μια νουβέλα και μία ακόμη ποιητική συλλογή. Για το πιο μακρινό μέλλον, επιφυλάσσομαι για κάτι διαφορετικό!