Ο συγγραφέας – ποιητής ΜΑΡΙΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ μιλά στη Μαίρη Γκιώνη – Λαρεντζάκη
Ο Μάριος Αγαθοκλέους γεννήθηκε το 1948 στη Λεμεσό. Εργάστηκε για σαράντα χρόνια ως παρατηρητής φυσικών φαινομένων. Τη δεκαετία του ’80, μαζί με τους Κώστα Μακρίδη και Χρίστο Μελίδη, εξέδωσαν το λογοτεχνικό περιοδικό «Η Άμαξα» και ίδρυσαν και λειτούργησαν το καφεθέατρο «Τα Πέριξ». Τη δεκαετία του ’90 διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. της ΕΘΑΛ (Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού).
Το 2019, μαζί με τον Πάμπη Αναγιωτό, τον Κυριάκο Αναγιωτό και τη Νένα Φιλούση, παρουσίασαν την ποιητική παράσταση «4» στο πλαίσιο του φεστιβάλ theYard Residency19. Το 2019 και το 2020 συνεργάστηκε με το Κέντρο Παραστατικών Τεχνών ΜΙΤΟΣ και συμμετείχε στα θεατρικά έργα «Ομηριάδα» του Δημήτρη Δημητριάδη (ως Όμηρος) και «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (ως Τειρεσίας).
Η εργογραφία του περιλαμβάνει:
1981 – Συμμετοχή με τρία διηγήματα στη συλλογική έκδοση «Δέκα Γραφές» (εκδ. Θεμέλιο), με έργα Λεμεσιανών δημιουργών.
1983 – Εολιθία, εκδόσεις Θεμέλιο (ποίηση).
1988 – Ηδονοβλεψίας, εκδόσεις Θεμέλιο (ποίηση).
2003 – Η Γυναίκα με τα μαύρα, εκδόσεις Εκκρεμές (λαϊκό ανάγνωσμα, ποίηση).
2012 – Άπτερος Λύπη, εκδόσεις Γαβριηλίδη (ποίηση).
2018 – Θάνατος σε ανοικτή ζώνη, εκδ. Περί Λύχνων Αφάς (ποίηση).
2019 – Δούρειος Ίππος, έκδοση στα βουλγαρικά, μετάφραση: Βασιλική Χατζήπαπα. Περιλαμβάνει το σύνολο του εκδομένου ποιητικού έργου του.
2019 – Θάνατος σε ανοικτή ζώνη, β΄ έκδοση, εκδόσεις Περί Λύχνων Αφάς.
2023 – Η πύλη των καλών αναμνήσεων, εκδ.Αρμίδα (ποίηση).
«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στη Λεμεσό;
ΜΑΡΙΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη γειτονιά του «Σίνε Βόλου» στη Λεμεσό, που πήρε το όνομά της από τον ομώνυμο κινηματογράφο της δεκαετίας του ’50, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μας. Η περιοχή βρισκόταν τότε στη δυτική άκρη της πόλης, σε μια αναπτυσσόμενη συνοικία περίπου ένα χιλιόμετρο από τη θάλασσα. Γειτόνευε με την τουρκική συνοικία και, το πιο σημαντικό για μας, διέθετε άδεια χωράφια που μετατρέπονταν σε χώρους παιχνιδιού, κυρίως ποδοσφαίρου. Πέρα από την ανεμελιά, τα χρόνια συνέπεσαν με τον απελευθερωτικό αγώνα του ’55 – ’59 και την αρχή των «φασαριών» με τους Τουρκοκύπριους, που υποδαυλίζονταν από τους Άγγλους.
Κρατώ μνήμες ανεξίτηλες: την Τετάρτη Αστική Σχολή, το ποδόσφαιρο στη χωράφα, το θερινό «Σίνε Βόλος», το κηπούδι, την παιδική στέγη, τα πρωινά στη θάλασσα της Κόκα Κόλα και το κέρφιου (την απαγόρευση κυκλοφορίας των Άγγλων). Και φυσικά τη μάμα μου, που μας διηγούταν την Χιώτισσα και την Ενάτη Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη.
«Π»: Τί είναι το θέατρο για εσάς;
Μ.Α.: Το θέατρο για μένα είναι ένας τόπος συνάντησης, εκεί που δοκιμάζονται πράγματα, εκεί όπου ο χρόνος ξαναγράφεται και μπορώ να ξαναζήσω τη ζωή αλλιώς και να τη μοιραστώ με τους άλλους σαν κοινή εμπειρία.
«Π»: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;
Μ.Α.: Όταν ερωτεύτηκα για πρώτη φορά! Ήμουν στην Τετάρτη Γυμνασίου και ένιωθα πρωτόγνωρα συναισθήματα να κυκλοφορούν στην ψυχή, στο μυαλό και στο σώμα μου, απαιτώντας επειγόντως διέξοδο και διαχείριση. Έτσι άρχισα να γράφω τα πρώτα ποιήματα· μικρά, αδέξια ίσως, αλλά φορτισμένα με την ένταση της νεότητας. Η ποιητική διεργασία με γοήτευσε από την αρχή, καθώς ένιωθα πως έδινε ανάσα σε κάτι που διαφορετικά θα με έπνιγε. Σιγά σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, το ερωτικό στοιχείο άρχισε να συνομιλεί με το υπαρξιακό, να διευρύνεται σε ερωτήματα για τον εαυτό, τον χρόνο και τον κόσμο.
Από τότε η γραφή έγινε για μένα όχι απλώς τρόπος έκφρασης, αλλά το ίδιο το «ευ ζην», ένας χώρος όπου μπορώ να ανασαίνω, να επιβιώνω και να ανακαλύπτω ξανά τον εαυτό μου.»
«Π»: Τί σημαίνει ποίηση για εσάς;
Μ.Α.: Θα απαντήσω με κάποιους στίχους κι ένα κείμενο.
«Ρωτήθηκα, με τι θέματα
ασχολείται η ποίησή μου
κι απάντησα
με ένα και μοναδικό
να νικήσει το θάνατο.»
«…Όπλο μελλοντικό στων ποιητών την έμπνευση.
Λέξη τη λέξη,
όραμα το όραμα,
υφαίνει με υπομονή το σάβανο
του αήττητου Θανάτου…»
Η Ποίηση για μένα δεν είναι μόνο «καρφώματα σταυρών σε μνήματα» ή «ενθύμια φρίκης», ούτε μόνο «παρηγοριά μέχρι να βγει η ψυχή μας», αλλά ούτε μόνο «ανάπτυξη στίλβωντος ποδηλάτου». Είναι και ένα εργαλείο στα χέρια και στο μυαλό, για να αποκωδικοποιήσει τον περιβάλλοντα μας χώρο. Όπως οι επιστήμονες, ο καθένας στοn τομέα του, προσπαθούν να προσθέσουν έστω και μια γραμμούλα γνώσης στην ήδη υπάρχουσα, έτσι και η ποίηση, στον τομέα της, ανακαλύπτει νέες ευαισθησίες, νέες οπτικές, νέες ηδονές, τις οριοθετεί, τις νομοθετεί. Η ποίηση δεν μηρυκάζει το ήδη υπάρχον, αλλά μας υποδεικνύει το αόρατο που υπάρχει γύρω μας, και μόνο οι ευαίσθητες κεραίες ενός ποιητή το συλλαμβάνουν και μας το φανερώνουν.
«Π»: Πάμε στο 1983 και το λογοτεχνικό περιοδικό «Άμαξα». Μιλήστε μας γι’αυτό.
Μ.Α.: Το περιοδικό «Η Άμαξα» ήταν μια λογοτεχνική και φιλολογική έκδοση που κυκλοφόρησε στη Λεμεσό (1983 – 1989) από τους Κώστα Μακρίδη, Χρίστο Μελίδη και Μάριο Αγαθοκλέους, σε 16 τεύχη με ακανόνιστη περιοδικότητα. Στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν σημαντικοί ποιητές και συγγραφείς από την Κύπρο και την Ελλάδα: μεταξύ αυτών οι Γιώργος Βέλτσος, Κώστας Μόντης, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Νίκη Μαραγκού, Σάββας Παύλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Αλέξης Ζήρας, Φ.Δ. Φραγκόπουλος, Μεσεβρινός, Πίτσα Γαλάζη, Χρίστος Χατζήπαπας, Μιχάλης Πιερής, Γλαύκος Κουμίδης, Έλενα Τουμαζή – Ρεμπελίνα, Ηλίας Κωσταντίνου και Κώστας Μακρίδης— ενώ παράλληλα έδωσε χώρο σε νεότερες φωνές, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη λογοτεχνική ζωή του τόπου. Ξεχωρίζει, επίσης, η συνέντευξη που παραχώρησε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Χρίστο Μαυρή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Κύπρος μου έκανε την εντύπωση μιας χώρας η οποία γεροντοκρατείται».
«Π»: Τί παρουσιάστηκε στο Καφεθέατρο «Τα Πέριξ»;
Μ.Α.: Τα «Περίξ» ήταν δημιούργημα της ίδιας ομάδας με το περιοδικό «Η Άμαξα» (Χρίστος Μελίδης, Κώστας Μακρίδης, Μάριος Αγαθοκλέους). Ένας χώρος ζύμωσης και διασταύρωσης ιδεών, που στα τρία χρόνια λειτουργίας του φιλοξένησε εβδομαδιαία: κάθε Τρίτη ποιητικές βραδιές (φιλοξένησε όλους σχεδόν τους Κύπριους ποιητές), κάθε Τετάρτη πολιτικοκοινωνική σάτιρα (σε συνεργασία με τον ηθοποιό Μιχάλη Παπαευαγόρου), κάθε Παρασκευή διαλέξεις με ό,τι νέο κυκλοφορούσε και κάθε Κυριακή βραδιές τζαζ. Εκτάκτως, υπήρχαν και μικρές θεατρικές ή μουσικές παραγωγές.
Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω συνοπτικά, θα έλεγα πως ήταν ένας χώρος που έδινε απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν είχαν τεθεί.
«Π»: Έχετε πλούσια εργογραφία. Τί πραγματεύονται τα γραπτά σας;
Μ.Α.: Δεν θα το έλεγα πλούσιο βιογραφικό αν αναλογιστούμε άλλα βιογραφικά ομοτέχνων. Όμως για μένα είναι αυτό ακριβώς που μπορούσα. Αν έκανα κάποια σχόλια για την ποίησή μου, θα έλεγα ότι αγγίζει τον έρωτα όχι ως ωραιοποιημένο βίωμα, αλλά ως μυστική διεργασία που διαπερνά ψυχή και σώμα, με όλο το πάθος και τη σκληρότητά του.
Ο χρόνος λειτουργεί σαν αόρατο σκηνικό, σε μια διαρκή διαδικασία φθοράς. Τέλος, η ποίησή μου δεν δίνει έτοιμες λύσεις, αφήνει τον αναγνώστη να διαλέξει αυτήν που του ταιριάζει. Και πίσω απ’ όλα, υπάρχει μια αθέατη επιμονή στο «ευ ζην», στην αναζήτηση νοήματος.
«Π»: Είναι ο συγγραφέας ή ο ποιητής …ιχνηλάτης;
Μ.Α.: Αν ο ποιητής είναι ιχνηλάτης, τότε εγώ ακολουθώ ίχνη που με ξεπερνούν. Προχωρώ βήμα βήμα, με προσοχή, σαν σε σκοτεινό μονοπάτι. Σταματώ, ακούω, μετρώ τις σιωπές. Κάθε στίχος, ένα αποτύπωμα που δεν ξέρω αν μου ανήκει. Οι λάθος στροφές είναι μέρος της διαδρομής, όχι παρέκκλιση. Χάρτη φτιάχνω μόνο εκ των υστέρων. Την ώρα της πορείας δεν υπάρχει. Οδηγός μου ένα αίσθημα δέους, σεβασμού και ευγένειας προς τα μυστικά του σύμπαντος που μου αποκαλύπτονται. Και πάντα αφήνω ανοιχτή την έξοδο. Να ολοκληρωθεί ή να χαθεί το μονοπάτι.
«Π»: Τί σας ώθησε στο μαγικό ταξίδι των λέξεων;
Μ.Α.: Δεν ήταν συνειδητή απόφαση να ξεκινήσω το ταξίδι αυτό. Αν ο έρωτας δεν με οδηγούσε στην ποίηση κι αν η τριβή μου με την ποίηση δεν αποκάλυπτε την αγάπη μου για αυτή, τότε ίσως το μαγικό αυτό ταξίδι να είχε άδοξο τέλος. Αυτό που θέλω να πω είναι πως το τυχαίο συχνά φανερώνει ευκαιρίες, αβέβαιου όμως αποτελέσματος. Στη δική μου περίπτωση, φάνηκα τυχερός. Όλα ήρθαν και έδεσαν!
«Π»: Τί διαβάζετε;
Μ.Α.: Δεν είμαι από εκείνους που θα δεις πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι. Θα έλεγα όμως πως είμαι ενημερωμένος αναγνώστης και, περισσότερο απ’ όλα, διαβάζω ποίηση.
«Π»: Αγαπημένοι σας Έλληνες και ξένοι λογοτέχνες;
Μ.Α.: Θα αποφύγω να φτιάξω έναν ακόμη κατάλογο γνωστών λογοτεχνών. Αντίθετα, θέλω να μιλήσω για πέντε ποιητές που σημάδεψαν καθοριστικά τον τρόπο που γράφω. Ο Χρίστος Χατζήπαπας με την πρώτη του συλλογή Ενδοσκόπιο, ο Γιώργος Κυθρεώτης επίσης με την πρώτη του συλλογή Πνευμοκονίαση, ο Γιάννης Κοντός, ο Χρίστος Μελίδης και ο Κώστας Μακρίδης.
«Π»: Ποιές ώρες της ημέρας προτιμάτε να γράφετε;
Μ.Α.: Το πότε θα γράψω δεν εξαρτάται από εμένα, αλλά από μια εσωτερική παρόρμηση που μου ψιθυρίζει πότε είναι η ώρα να καθίσω μπροστά στον υπολογιστή. Οι πιο δημιουργικές μου ώρες είναι συνήθως οι πρωινές.
«Π»: Πώς σας εμπνέει η πολύπαθη Κύπρος;
Μ.Α.: Επιτρέψτε μου να επεκταθώ λίγο στην απάντησή μου, μιας και συχνά κατηγορήθηκα ότι είμαι «ποιητής δωματίου» που αδιαφορεί για το τραύμα. Δεν ανήκω στους ποιητές που το κατέγραψαν άμεσα, όμως αυτό δεν σημαίνει πως μένω αμέτοχος. Και να το ήθελα, πώς θα μπορούσα;
Γεννήθηκα το 1948. Έζησα τον αγώνα της ΕΟΚΑ (1954-1959), την τουρκική ανταρσία (1963-1974), το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή (Αττίλα 1 και 2), κατατάχτηκα ως έφεδρος, συμμετείχα στη μάχη των Τρούλλων και βίωσα την αγωνία και την αστάθεια όλων αυτών των δεκαετιών. Να αναφέρω και κάτι προσωπικό: ήταν να παντρευτώ στις 21 Ιουλίου 1974. Το πραξικόπημα (15/7) και η εισβολή (20/7) ανέτρεψαν τα πάντα· η ημερομηνία έμεινε μετέωρη, όπως οι ζωές εκείνου του καλοκαιριού. Ο γάμος έγινε τελικά στις 13 Οκτωβρίου, σε μια λιτή τελετή, ύστερα από την αποστράτευσή μου.
Η Κύπρος υπάρχει μέσα μου, μπαίνει στην ποίησή μου σαν σκιά και σαν ανάσα. Δεν περιγράφεται ευθέως, αλλά υπονοείται. Ό,τι έχω γράψει είναι Κύπρος. Τα δύο ποιήματα που ακολουθούν, είναι από τις λίγες φορές που μίλησα ευθέως. Το πρώτο από την πρώτη ποιητική συλλογή μου «Εολιθιά», 1983, εκδόσεις Θεμέλιο, και το δεύτερο, από την συλλογή «Άπτερος Λύπη», 2012, εκδόσεις Γαβριηλίδη.
– Απόπειρα ερωτικής πράξης μικρού πραξικοπηματία και το αποτέλεσμα κλεισμένο σε αντίσκηνο:
«Μέσα στη ζεστή νύχτα του Ιούλη,
απλωμένος στην υγρή αμμουδιά,
ετοιμάζεται για έρωτα.
Της βγάζει το στηθόδεσμο
κι αντί για στήθη
αποκαλύπτονται
τα φρικτά αποστήματα.
Υποχωρεί έντρομος
και η στύση απέρχεται.
Στο προσκήνιο
σκηνές και αντίσκηνα
και το μαύρο όσο ποτέ.»
– Οι άγνωστες λέξεις του Γρηγόρη Αυξεντίου:
«”Μια σκέψη τρύπωσε
στο μυαλό μου
κι ήρθαν χειρουργοί
να την αφαιρέσουν.”
Μια σκέψη τρύπωσε
στο μυαλό του
και σαν μηρυκαστικό
του αναμασούσε την απόγνωση.
Χώθηκε στη γη που αγάπησε
και χάιδευε
τα στοιχειωμένα του όνειρα.
“Δεν είμαι τρελός”, μονολογούσε στους υγρούς τοίχους.
“Θέλω απλά
κανείς να μην μου λέει
τι να κάνω”,
και ο πυρετός του ανέβαινε.
Εκεί τον βρήκαν οι ιατροί του Ιερώνυμου Μπος,
ουρλιάζοντα άγνωστες λέξεις,
κάτι σαν “Ελευθερία ή θάνατος”,
ή κάτι ακόμα πιο δυσνόητο:
“Μαλέν Λοβώ”,
και αποφάνθηκαν:
“Ό,τι δεν αφαιρείται, καίγεται”.»
«Π»: Πώς είναι τα πράγματα στο θέατρο στη Λεμεσό;
Μ.Α.: Τα πράγματα είναι δύσκολα αλλά ζωντανά. Υπάρχει πάθος και δημιουργικότητα, άνθρωποι που δεν εγκαταλείπουν, και όλο και περισσότεροι νέοι εισέρχονται στον χώρο του θεάτρου και της τέχνης.
Στη Λεμεσό, το θέατρο δεν είναι μόνο οι μεγάλες σκηνές όπως η ΕΘΑΛ, το Ριάλτο ή το Παττίχειο. Είναι και οι μικρότερες ομάδες που πάλλονται στην καρδιά της πόλης, όπως το Κέντρο Παραστατικών Τεχνών ΜΙΤΟΣ, η ομάδα Πέντε, ο Τεχνοχώρος, το Θέατρο ΕΝΑ, και τόσα ακόμη μικρά σχήματα που με πείσμα και αγάπη δημιουργούν πολιτισμό.
Όμως για να συνεχίσουν να λειτουργούν χρειάζονται στήριξη. Το Υφυπουργείο Πολιτισμού οφείλει να αυξήσει τις επιχορηγήσεις. Μακάρι να μην το χρειαζόταν το θέατρο και γενικά η τέχνη, αλλά δυστυχώς είναι απαραίτητο.
«Π»: Τί είναι αυτό που κάνει ένα έργο να ξεχωρίζει;
Μ.Α.: Ένα έργο γίνεται σημαντικό όταν ανοίγει έναν χώρο εμπειρίας πέρα από την απλή αναπαράσταση. Όταν καταφέρνει να συγκινεί χωρίς να εξηγεί. Αντέχει στον χρόνο γιατί δεν κλείνεται σε μια εποχή αλλά συνομιλεί με πολλές. Προκαλεί ερωτήματα αντί να χαρίζει έτοιμες απαντήσεις. Αγγίζει το ατομικό και το συλλογικό ταυτόχρονα.
Και τέλος, το σημαντικό έργο δεν ζητά επιβεβαίωση. Επιβάλλεται με την παρουσία του.
«Π»: Πώς αιχμαλωτίζεται το ενδιαφέρον του κοινού;
Μ.Α.: Αν ξέραμε πώς αιχμαλωτίζεται το ενδιαφέρον του κοινού, και να μπορούσαμε να το εφαρμόσουμε στην πράξη, θα ήμασταν όλοι μείζονες στο είδος μας. Όμως αναλόγως των βιωμάτων και εμπειριών μας, υπολογίζουμε αυτά που αναφέραμε στην αμέσως προηγούμενη ερώτηση. Με αλήθεια. Με σιωπές που αφήνουν χώρο να σκεφτεί ο καθένας. Με κάτι απροσδόκητο που ξαφνιάζει. Και φυσικά με αισθητική: να επιλέγονται οι λέξεις σωστά, να τοποθετούνται στην ακριβή, μυστική τους σειρά, ώστε να γεννιούνται σπινθήρες, να παραχθεί ηλεκτρισμός και να μεταμορφωθούν σε ποίηση.
«Π»: Τί σας θυμώνει;
Μ.Α.: Ο θυμός με εγκαταλείπει σιγά σιγά, όσο μεγαλώνω και ωριμάζω. Δείχνω πια περισσότερη κατανόηση απέναντι στα αντίθετα. Όμως ο πόλεμος είναι κάτι διαφορετικό. Ο θυμός μένει, άκαμπτος, σπαθί που δεν σκουριάζει γιατί ο πόλεμος είναι η ήττα.
«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Μ.Α.: Ετοιμάζω την έβδομη ποιητική μου συλλογή, με τίτλο «Αργή Λήθη», που θα εκδοθεί, αν οι λειτουργίες του Σύμπαντος το θελήσουν, το 2028. Θα είναι δώρο στον εαυτό μου για τα ογδοντάχρονά μου.
Έχω ήδη έτοιμα δέκα ποιήματα και ελπίζω να συμπληρώσω τα είκοσι μέχρι τότε για την έκδοση.