Ο τραγουδιστής και συνθέτης ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΡΣΑΜΟΥΔΗΣ μιλάει στη Μαίρη Γκιώνη – Λαρεντζάκη
Ο Αντώνης Βαρσαμούδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1950 και μεγάλωσε εκεί. Σε νεαρή ηλικία συμμετείχε ως κιθαρίστας και τραγουδιστής με τα ποπ και ροκ μουσικά συγκροτήματα της εποχής BMW, Strangers, Olympians, Up Tight. Σπούδασε μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μουσικολογία στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, Vincennes, στο Παρίσι.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάζεται ως μουσικός συναυλιών με τον Γιώργο Νταλάρα, την Γλυκερία, τον Λ. Κηλαηδόνη, την Α. Πρωτοψάλτη, τον Γ. Κούτρα και την Μαργ. Ζορμπαλά. Συνεργάζεται με τον Ν. Παπάζογλου σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα με το συγκρότημα «Ταχεία Θεσσαλονίκης» και στον δίσκο «Χαράτσι». Συνεχίζει να εργάζεται ως μουσικός ενορχηστρωτής και μαέστρος για διάφορα μουσικά σχήματα και ορχήστρες ποικίλης μουσικής, ως μουσικός σε ηχογραφήσεις δίσκων και ως παραγωγός δίσκων και προγραμματιστής υπολογιστών σε μουσικές παραγωγές. Ταυτόχρονα ασχολείται με συνθέσεις τραγουδιών και στίχους που ερμηνεύουν διάφοροι τραγουδιστές. Το 1997 επιστρέφει στις ζωντανές συναυλίες με τον Γ. Ζήκα και τον Δημ. Ζερβουδάκη. Το 2000 εκδίδει με τις εκδόσεις Κέδρος το δοκίμιο «Κρύσταλλοι, Διαλογισμός και υγεία» που πραγματεύεται τις θεραπευτικές ιδιότητες των κρυστάλλων σε συνδυασμό με τον διαλογισμό. Λίγο αργότερα γράφει σε νότες και επεξεργάζεται μουσικά το βιβλίο τραγουδιών του συγκροτήματος «Μπλε» με τις εκδόσεις Νάκας. Αργότερα γράφει στα γαλλικά το βιβλίο «La cuisine Greque sans viande» (Η Ελληνική κουζίνα χωρίς κρέας) που κυκλοφορεί στο Βέλγιο. Στο παρελθόν έχει κάνει μεταφράσεις ιατρικών κειμένων από τα γαλλικά στα ελληνικά ενώ γνωρίζει αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά. Τα τελευταία 20 χρόνια ζει με την συντρόφισσά του στην Χαλκιδική στο κτήμα που δημιούργησαν μαζί.
«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στη Θεσσαλονίκη;
ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΡΣΑΜΟΥΔΗΣ: Μεγάλωσα σε περιβάλλον φτωχικό αλλά σε οικογένεια συνεκτική και αγαπημένη. Παρ’ όλα αυτά ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τα γράμματα και μου το μετέδωσε για καλή μου τύχη ενώ ταυτόχρονα θυσιάστηκε για να σπουδάσω και να μάθω γλώσσες και πολλά άλλα.
«Π»: Πώς σας εμπνέει η γενέτειρά σας;
Α.Β.: Στον Θερμαϊκό από παιδιά πηγαίναμε για ψάρεμα είτε από την παραλία, είτε, όταν είχαμε λίγα χρήματα, νοικιάζαμε βάρκες και πηγαίναμε πιο βαθιά στον κόλπο για πιο μεγάλα ψάρια. Η Θεσσαλονίκη στα νεανικά μου χρόνια ήδη είχε σπουδαίους ποιητές και ζωγράφους, Πεντζίκης, Αναγνωστάκης (ο οποίος ήταν και φίλος του πατέρα μου), Ιωάννου και άλλους. Από τις αρχές του 20ου αιώνα με τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Θεσσαλονίκη γνώρισε πολλούς «επισκέπτες» με αποτέλεσμα να γίνει κοσμοπολίτικη θέλοντας και μη. Επίσης είχε πολύ μεγάλη ακμάζουσα εβραϊκή κοινότητα από τα τέλη του μεσαίωνα, διωγμένοι από την Ισπανία Σεφαραδίτες οι οποίοι ήταν πια Θεσσαλονικείς και έγιναν δικοί μας άνθρωποι. Το καθοριστικό στοιχείο ήταν το μέγεθος της πόλης που ήταν αρκετά μεγάλο αλλά όχι απρόσωπο. Ευνοούσε τις γειτονιές, οι γειτονιές δημιούργησαν παρέες και κάποιες παρέες έβγαλαν προσωπικότητες και έγραψαν ιστορία.
«Π»: Τί σας ώθησε στη μουσική;
Α.Β.: Η μουσική ήταν πάντα μέσα μου. Θυμάμαι τον εαυτό μου σε ηλικία 7 ετών ν’ ακούω κλασική μουσική στο ραδιόφωνο και να προσπαθώ να διευθύνω την ορχήστρα χωρίς να υπάρχει τότε τηλεόραση για να το έχω δει κάπου. Πολλά χρόνια αργότερα προέκυψαν οι μαθηματικές σπουδές, κι αυτό διότι ήμουν πολύ καλός στα μαθηματικά.
«Π»: Τί είναι η μουσική για εσάς;
Α.Β.: Η μουσική είναι ένας τρόπος να συνδέομαι και να επικοινωνώ με τον βαθύτερο εαυτό μου και με το Όλον. Όταν ήμουν νέος, ήταν ένας εύκολος τρόπος να γίνομαι αρεστός στους άλλους, να με δέχονται ευχάριστα κι έτσι έγινε για μένα και βιοπορισμός. Μεγαλώνοντας, όμως, κατόρθωσα να κάνω τη μουσική εσωτερικό μου καταφύγιο.
«Π»: Πώς επιλέξατε την κιθάρα ως όργανο;
Α.Β.: Πήγαινα διακοπές τα καλοκαίρια σε μια θεία μου στην Χαλκιδική. Η κιθάρα ήταν κρεμασμένη στον τοίχο στο δωμάτιο της εξαδέλφης μου. Της την είχαν αγοράσει για να μάθει όμως εκείνη δεν την άγγιξε ποτέ. Έτσι κάποτε κατέληξε στα χέρια μου και τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους νομοτελειακά.
«Π»: Συμμετείχατε ως τραγουδιστής σε ποπ και ροκ συγκροτήματα της εποχής, όπως BMW, Strangers, Olympians… Τί αποκομίσατε από αυτή τη μουσική διαδρομή;
Α.Β.: Μαζί με τους φίλους εξερευνήσαμε όλα τα μουσικά ρεύματα της εποχής, μάθαμε να παίζουμε μουσική ομαδικά, να συντονιζόμαστε με άλλα όργανα, με άλλους χαρακτήρες και να δημιουργούμε αρμονικά σύνολα μέσα από τις αντιθέσεις μας. Στη μουσική, όπως και στην αληθινή ζωή, το κάθε τι έχει την θέση του και όταν την βρει, τότε όλα αποκτούν νόημα και ομορφιά.
«Π»: Ποιά θεωρείτε τη μεγαλύτερη συνεργασία σας;
Α.Β.: Όλες οι συνεργασίες είναι μέρος της ζωής που ζήσαμε, είναι στιγμές πολύτιμες και διδάγματα που καθορίζουν το τώρα που ζούμε. Γι’αυτό, θα ήταν αφελές και άδικο να ξεχωρίσω κάποιες ως καλύτερες.
«Π»: Έχετε σπουδάσει μουσικολογία στο Παρίσι. Πώς βλέπετε τις μουσικές σπουδές στη χώρα μας;
Α.Β.: Υπάρχουν κάποιες σχολές του εξωτερικού που προσφέρουν εξειδικευμένο και πολύ υψηλό επίπεδο γνώσεων όπου διδάσκουν κάποιοι σπουδαίοι και διάσημοι δάσκαλοι. Αυτοί όμως είναι ελάχιστοι, διδάσκουν μόνο σε λίγους ικανούς μαθητές και τους επιλέγουν πολύ προσεκτικά. Κατά τα άλλα, δεν νομίζω πως οι σχολές μας διαφέρουν και πολύ με τις αντίστοιχες του εξωτερικού.
«Π»: Πώς ήταν οι συνεργασίες σας με μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, όπως ο Γ. Νταλάρας, η Γλυκερία, ο Λ. Κηλαηδόνης;
Α.Β.: Ο Νταλάρας ήταν και είναι πολύ αυστηρός με τον εαυτό του και το αντικείμενο της τέχνης του. Σεμνός, ασκητικός και αφοσιωμένος, είναι ένας σύγχρονος καλόγερος του Ζεν. Η Γλυκερία, πάντα ευγενική, συνεπής, γενναιόδωρη και με τεράστιο ταλέντο δώρο της φύσης. Ο μακαρίτης Λουκιανός, ευαίσθητος, βαθιά φιλοσοφημένος, χιουμορίστας και πάντα πρόθυμος για αλητότσαρκες με φίλους και συζητήσεις. Η Μαργαρίτα Ζορμπαλά μεγαλωμένη αλλού (στην Ρωσία) είχε μια ευγένεια και έναν ρομαντισμό μιας άλλης εποχής, σαν ηρωίδα από το έργο Δόκτωρ Ζιβάγκο. Η Ελένη Βιτάλη με την οποία πήγαμε στην Αμερική και στον Καναδά και συνεργαστήκαμε έναν ολόκληρο χειμώνα, μπορούσε να κάνει ακόμη κι εμάς τους μουσικούς να ανατριχιάσουμε και να βουρκώσουμε με την τέχνη της. Ξεχωριστοί και μοναδικοί όλοι τους!
«Π»: Ακολούθησε η συνεργασία σας με τον Νίκο Παπάζογλου και το συγκρότημα «Ταχεία Θεσσαλονίκης» και ο δίσκος «Χαράτσι». Τί εμπειρία ήταν αυτή;
Α.Β.: Με το Νίκο, οι τρεις από το συγκρότημα «Ταχεία Θεσσαλονίκης», ήμασταν φίλοι και συνεργάτες από έφηβοι, από την εποχή των συγκροτημάτων της δεκαετίας ‘60 και ως τα μέσα του ‘70, τότε που και ο ίδιος τραγουδούσε τραγούδια των Rolling Stones, Jethro Tull και Crosby Stills & Nash. Ως το 1983 είχε ήδη βγάλει 2 δίσκους με σύγχρονο καινούριο στίχο, την «Εκδίκηση της Γυφτιάς και «Τα Δήθεν», όμως το μουσικό ηχόχρωμα παρέπεμπε σε λαϊκορεμπέτικα και ήθελε κάτι καινούριο, διαφορετικό, λαϊκό μεν αλλά ηλεκτρικό και με ειλικρινή ροκ διάθεση χωρίς την ρηχή ελαφρότητα της ποπ. Είχε ήδη φτιάξει μια σειρά από καινούρια τραγούδια και ήθελε να τα παίξει αλλιώτικα. Έτσι με πήρε τηλέφωνο στη Γερμανία όπου βρισκόμουν, βρήκε και τον Γιώργο Πεντζίκη που ήταν στην Ρώμη και έπαιζε με την Πάτι Μπράβο και μας έφερε στην Ελλάδα, κάναμε την «Ταχεία» και παίξαμε αυτά τα τραγούδια σε μια ανοιχτή συναυλία στην Θεσσαλονίκη, στην πλατεία του Χημείου στο Πανεπιστήμιο. Η απήχηση στον κόσμο ήταν άμεση και τεράστια! Κάναμε συναυλίες όλο το καλοκαίρι και επιστρέφοντας μπήκαμε στο στούντιο για όλο τον χειμώνα γράφοντας το «Χαράτσι». Ο ίδιος ο Νίκος στο δελτίο τύπου για το «Χαράτσι» μιλούσε για «μεικτό και νόμιμο είδος». Ο επόμενος χρόνος καθιέρωσε το είδος αυτό με άλλο ένα καλοκαίρι συναυλίες με αποκορύφωμα την συναυλία στο Θέατρο Δάσους με 4.000 κοινό που ήταν και η τελευταία της «Ταχείας».
«Π»: Πώς είναι η δισκογραφία σήμερα;
Α.Β.: Η βιομηχανία της μουσικής έφαγε το πρώτο γερό χτύπημα όταν οι αναλογικοί δίσκοι βυνιλίου αντικαταστάθηκαν από τα ψηφιακά CD γιατί μίκρυνε το μέγεθος και τα εξώφυλλα έχασαν τη μαγεία τους. Το τελειωτικό χτύπημα το έφαγε όταν και τα CD αντικαταστάθηκαν από τις άυλες ψηφιακές πλατφόρμες. Η μουσική δεν αποτυπώνεται πια σε κανενός είδους δίσκο και σε καμιά υλική μορφή. Οι παλιού τύπου δισκογραφικές εταιρείες έχουν μεταμορφωθεί σε εταιρείες management για ζωντανές εμφανίσεις.
«Π»: Γιατί γράφετε;
Α.Β.: Γράφω μουσική, στίχους και βιβλία από μια εσωτερική ανάγκη, κυρίως για να δημιουργήσω γύρω μου έναν κόσμο φανταστικό, μιαν όμορφη ψευδαίσθηση, ένα προστατευτικό κουκούλι που θα μου επιτρέπει να ζω μέσα στην ομορφιά. Αν αυτή η ομορφιά αγαπηθεί και από κάποιους άλλους, θα μου είναι πολύ ευχάριστο, δεν είναι όμως το ζητούμενο για μένα ούτε απαραίτητο. Απαραίτητη είναι μόνο η αναζήτηση της ομορφιάς.
«Π»: Το 2000 από τις εκδόσεις Κέδρος, κυκλοφορεί το δοκίμιό σας «Κρύσταλλοι, Διαλογισμός, Υγεία». Τί πραγματεύεται;
Α.Β.: Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι τα ορυκτά σε κρυσταλλική μορφή βρίσκονται διαρκώς σε διέγερση και παράγουν συχνότητες πολύ μικρού μήκους κύματος, πιο μικρού και από το φάσμα του φωτός. Διεγείρονται ενεργειακά από τον φυσικό ηλεκτρομαγνητισμό της γης, από το φως του ήλιου αλλά και από σύγχρονες λυχνίες (υπέρυθρες, υπεριώδεις καθώς και χρωματικές). Αυτές οι συχνότητες ανάλογα με το είδος του κρυστάλλου συντονίζονται με διάφορα όργανα του ανθρωπίνου σώματος και ενισχύουν την ίαση σε άρρωστα όργανα καθώς βοηθούν να επανέλθει η συχνότητα που εκπέμπει το όργανο σε υγιή κατάσταση. Ο διαλογισμός με την παρουσία των κρυστάλλων κοντά στο σώμα, βοηθάει ακόμη περισσότερο. Υπάρχουν πάνω από 6.000 γνωστοί κρύσταλλοι. Στο βιβλίο κάνω αναφορά στους 100 πιο γνωστούς και στις ιδιότητες που τους αποδίδονται από την αυγή του πολιτισμού μέχρι σήμερα.
«Π»: «Η Ελληνική Κουζίνα χωρίς κρέας» είναι το επόμενο βιβλίο σας, το οποίο κυκλοφόρησε στο Βέλγιο. Τί απήχηση είχε;
Α.Β.: Μαγειρεύω από τα φοιτητικά μου χρόνια και εδώ στην εξοχή όπου ζούμε με την γυναίκα μου και την αδελφή της μαγείρευα πάντα εγώ γιατί οι γυναίκες του σπιτιού δούλευαν ακόμη ως καθηγήτριες. Τρώμε μόνο ό,τι φυτρώνει στην γη και από αυτά που κολυμπάνε στην θάλασσα μόνο τα μικρά. Την ιδέα μου την έδωσε μία γειτόνισσα Βελγίδα που έχει σπίτι κοντά στο δικό μας και πηγαινοέρχεται στο Βέλγιο. Αυτή ανέλαβε και τις επαφές. Οι συνταγές είναι παραδοσιακές ελληνικές, όπως τις έφτιαχναν οι γιαγιάδες, οι μητέρες και οι θείες μας. Οι Βέλγοι, ως λαός, είναι πιο ανοιχτοί σε ξένες κουζίνες από τους Γάλλους. Οι Έλληνες απομακρύνθηκαν από τις υγιεινές συνήθειες και ήδη το πληρώνουν ακριβά. Έρευνα δεν έχω κάνει πάνω σ’αυτό όμως έχω χάσει πολλούς φίλους μου…
«Π»: Αγαπάτε τις ξένες γλώσσες. Είχατε ευχέρεια στην εκμάθησή τους; Είστε ευτυχισμένος με την πληθώρα δραστηριοτήτων σας;
Α.Β.: Ο πατέρας μου αν και φτωχός, με πολλές θυσίες μ’ έστειλε στο καλύτερο γαλλικό σχολείο της πόλης μας. Τα αγγλικά τα έμαθα από έναν ελληνοάγγλο φίλο μου, που ερχόταν διακοπές στην θεία του κάθε καλοκαίρι και αργότερα τα βελτίωσα μόνος μου. Τα γερμανικά από μία μέθοδο άνευ διδασκάλου του πατέρα μου και αργότερα τα βελτίωσα στην Γερμανία. Τα ιταλικά είναι ίδια με τα γαλλικά και είχα την τύχη να τα μιλάω με την γυναίκα ενός πολύ κοντινού μου φίλου, η οποία ήταν ιταλίδα και δασκάλα ιταλικών. Δεν θεωρώ ότι έχω κάνει κανένα σοβαρό έργο. Ήμουν πολύ ευτυχισμένος τα χρόνια που έκανα ενορχηστρώσεις με διάφορες ορχήστρες και τους δίδασκα στις πρόβες τα κομμάτια που ενορχήστρωνα. Είμαι ευγνώμων που είμαι ακόμη υγιής και δραστήριος.
«Π»: «Ζεν στο Παρίσι», το νέο βιβλίο σας. Μιλήστε μας γι’αυτό το νέο πόνημά σας.
Α.Β.: Είναι η ιστορία ενός φοιτητή που αφήνει τις σπουδές του στην Ελλάδα, απογοητευμένος από την ζωή του εκεί και φεύγει στο Παρίσι ψάχνοντας κάτι καινούριο και διαφορετικό. Εκεί θα συναντήσει ανθρώπους και καταστάσεις, καθώς και προκλήσεις στις οποίες πρέπει να αντιδράσει και να βρει λύσεις. Οι κεντρικοί πρωταγωνιστές, αυτό που λέμε ήρωες του βιβλίου, είναι χαρακτήρες μυθοπλασίας. Ωστόσο, τα πρόσωπα γύρω απ’ αυτούς, και πολλά από τα συμβαίνοντα στην αφήγηση είναι αληθινά. Πρόκειται για σκόρπιες ιστορίες και καταστάσεις που έζησα εγώ και κάποιοι φίλοι μου εκείνα τα χρόνια της μαγικής δεκαετίας του ‘70 στο Παρίσι και αλλού. Έτσι, αυτό που έκανα στην πραγματικότητα ήταν να συνθέσω όλες αυτές τις ιστορίες σε μια κεντρική μυθοπλασία με τη μορφή μυθιστορήματος.
Τα μυθιστορήματα στην αγορά χωρίζονται σε είδη και το κάθε είδος επιβάλλει και το δικό του στυλ γραφής. Τα μυθιστορήματα δράσης έχουν ταχύτητα στην ροή και παίζουν με το στοιχείο της αγωνίας για το τι θα συμβεί αργότερα. Τα ρομαντικά μυθιστορήματα έχουν έντονο το συναίσθημα και ούτω καθ’εξής. Εγώ ακολούθησα μία σχετικά αργή ροή που επιταχύνεται σε κάποιες περιγραφές δράσης με στόχο στις περιγραφές εικόνων ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να «δει» το τοπίο νοερά. Το ίδιο έκανα και στις στιγμές στοχασμού. Αυτή η ροή ήταν απαραίτητη γιατί καθώς ξετυλίγεται η μυθοπλασία μπαίνουν μέσα θέσεις από την φιλοσοφία του Ζεν, ποίηση και σουρεαλισμός. Σε ό,τι αφορά το συναίσθημα ήμουν κάπως …τσιγκούνης, καθώς σημασία έχουν μόνο οι αντιδράσεις του κάθε αναγνώστη απέναντι στην αφήγηση και όχι οι περιγραφές του συγγραφέα. Αν πρέπει να το κατατάξω σε μια κατηγορία μυθιστορημάτων, θα έλεγα ότι είναι ένα αργό θρίλερ δράσης, με δύο παράλληλες ιστορίες αγάπης, σ’ έναν κόσμο που γινόταν ταχύτατα σκληρός, ενώ υπήρχε ακόμη ζωντανή στους ανθρώπους η ποίηση, το όνειρο και η ενδοσκόπηση.
«Π»: Πώς κρίνετε την εποχή μας;
Α.Β.: Ζω στην εποχή μας την κάθε στιγμή χωρίς να κρίνω. Όταν είμαι σε θέση να ελέγξω κάποια πράγματα από την ζωή τη δική μου, το κάνω με γνώμονα την αναζήτηση της ομορφιάς, της εσωτερικής γαλήνης, της υγείας και τελικά της ευτυχίας. Όσα ξεπερνούν τις δυνάμεις μου και δεν μπορώ να τα ελέγξω ούτε να κάνω κάτι γι’ αυτά, απομακρύνω την σκέψη μου απ’ αυτά και κρατώ τις δυνάμεις και την ενέργειά μου για εκείνα που μπορώ πραγματικά να βελτιώσω. Δεν είναι αδιαφορία ούτε συναισθηματική ανεπάρκεια, είναι αποδοχή του φυσικού κόσμου και των ορίων που η ζωή βάζει στα όντα της. Δεν υπάρχουν πράγματα μέσα στις λέξεις ούτε λέξεις μέσα στα πράγματα. Όλα είναι παιχνίδια του μυαλού αλλά η ζωή προχωράει και χωρίς αυτό.
«Π»: Τί σας στενοχωρεί;
Α.Β.: Παλιά με στενοχωρούσε το ότι οι άνθρωποι καταστρέφουν τον πλανήτη και τις άλλες μορφές ζωής του, ενώ ταυτόχρονα εξαντλούν τους πόρους του σπάταλα και αλόγιστα. Τον τελευταίο καιρό όμως αυτή η σκέψη έπαψε να με απασχολεί. Σίγουρα κάπου αλλού θα υπάρχει ζωή έστω και σε άλλη μορφή.
«Π»: Ετοιμάζετε την παρουσίαση του νέου βιβλίου σας.
Α.Β.: Έχω προγραμματίσει την παρουσίαση του βιβλίου για τις 10 Νοεμβρίου 2025 στην Θεσσαλονίκη και θα ακολουθήσει μια μικρή μουσική εκδήλωση με ζωντανή ηχογράφηση των τελευταίων μου τραγουδιών μπροστά στο κοινό. Ο χώρος που επέλεξα για την παρουσίαση μου έδωσε την ιδέα. Είναι η «Μικρή Σκηνή» που ήταν το παλιό στούντιο ηχογραφήσεων «Αγροτικόν» του Νίκου Παπάζογλου, εκεί όπου γράψαμε το «Χαράτσι» και άλλους δίσκους πάνω από 40 χρόνια πριν. Ίσως με τον καινούριο χρόνο μπορέσω να το παρουσιάσω και στην Αθήνα.