Μια φορά κι έναν καιρό, τα επαγγέλματα (μέρος Γ’)

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Μια φορά κι έναν καιρό, τα επαγγέλματα (μέρος Γ’)

Γράφει η ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΟΥΛΑ, Γραφίστρια (Πτυχιούχος B.Α. Graphic Design), Συγγραφέας, Απόφοιτη σχολής ΜΕΧΑ


Σε δύο προηγούμενα άρθρα μας, είχαμε αναφερθεί για μια ακόμη φορά σε επαγγέλματα που εξαφανίστηκαν ή σχεδόν εξαφανίστηκαν με το πέρασμα των χρόνων. Επαγγέλματα που άκμαζαν κυρίως στην προπολεμική Ελλάδα αλλά και μετέπειτα για αρκετά χρόνια. Με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν εξ ολοκλήρου οι ανάγκες της κοινωνίας, ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, οι συνήθειες τους, άρα και η καθημερινότητά τους. Όλοι εκείνοι οι παράγοντες που έγιναν αιτία, στο να αντικατασταθούν τα παλιά επαγγέλματα.

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στα κάστανα, και συγκεκριμένα στο επάγγελμα του καστανά. Ο «Καστανάς» λοιπόν ένα παλιό επάγγελμα, που αναβιώνει σε ελάχιστο βαθμό στις μέρες μας, όπου με τη φουφού του η οποία είναι σηματοδοτούμενη χειμερινή εικόνα, μια φυσιογνωμία της πόλης ή της επαρχίας, άμεσα συνδεδεμένη με τη ζεστασιά, τη θαλπωρή αλλά και την κοινωνική επαφή.
Ας δούμε μερικά ακόμα ξεχασμένα επαγγέλματα, ποιους σκοπούς εξυπηρέτησαν την κάθε εποχή, την κάθε κοινωνία και τις ανάγκες των ανθρώπων του τότε.
Για παράδειγμα, ένα να επάγγελμα ξεκάθαρα καλλιτεχνικό ήταν αυτό του «Oμπρελά», του κατασκευαστή, του επιδιορθωτή της ομπρέλας – σήμερα αν χαλάσει, απλά την πετάμε.
Τότε που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν την ομπρέλα όχι μόνο για λόγους προστασίας από την βροχή, αλλά και από τον ήλιο, καθώς ήταν απαραίτητη για τις μετακινήσεις τους, στις διάφορες εργασίες τους, αλλά και μιας ολοκληρωμένης ένδυσης για μια Κυριακάτικη βόλτα. Συνήθως, ήταν από μεταξωτό ύφασμα και το χεράκι της ομπρέλας ξύλινο και σκαλιστό ή κοκκάλινο.
Επίσης, σχετικό και άκρως καλλιτεχνικό επάγγελμα, αυτό του «Σκαλιστή της Ομπρέλας», όσον αφορούσε το «χέρι» αυτής, επεξεργαστές, φροντιστές και σχεδιαστές χειροποίητης ομπρέλας.
Ακόμη, καλλιτεχνικό επάγγελμα ήταν και αυτό των «Πλανόδιων θιασωτών» τα ονομαζόμενα θεατρικά «Μπουλούκια», που γύριζαν από χωριό σε χωριό, από επαρχία σε επαρχία, στήνοντας τη σκηνή τους πρόχειρα ξετυλίγοντας έτσι το αστείρευτο θεατρικό τους ταλέντο, σε πλατείες, καφενεία και σχολεία. Αυτοί οι άνθρωποι στήριξαν την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση, του απλού κόσμου της επαρχίας και ενίσχυσαν την υποκριτική παιδεία.
Επίσης, απαραίτητο και σηματοδοτούμενο επάγγελμα ήταν τα άλλα μπουλούκια, δηλαδή οι «Χτιστάδες» ή «Κτιστάδες», οι άνθρωποι που έχτιζαν σπίτια από πέτρα και ξεκινούσαν από τα απομονωμένα χωριά τους, αφήνοντας πίσω τις οικογένειές τους για πάνω από έξι μήνες.
Τα «Μαστόρια» ή Κτιστάδες, λοιπόν, που προέρχονταν ως επί το πλείστον από τα δυσπρόσιτα ορεινά χωριά της Ηπείρου, και έφταναν σε όλες της άκρες της χώρας μας αλλά και της γης, σε όλη την Βαλκανική χερσόνησο και την Εγγύς Ανατολή, όπως Αίγυπτο και Τεργέστη, έτσι απλά, για να χτίσουν από πέτρα όμορφα σπίτια, εκκλησίες, γεφύρια ανά τον κόσμο.
Ακόμη, μέχρι και λίγο μετά τα μέσα του περασμένου αιώνα, το επάγγελμα του «Καροποιού» ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο, εφόσον οι μεταφορές γίνονταν με σούστες, κάρα και άμαξες, σήμερα όλα αυτά γίνονται από μηχανοκίνητα. Για παράδειγμα, στην Πελοπόννησο η συγκομιδή από την πλούσια και άφθονη παραγωγή της σταφίδας και της ελιάς πραγματοποιούνταν με κάρα.
Επίσης, ο «Δραγάτης», δηλαδή ο αγροφύλακας των χωραφιών, των κτημάτων της ελληνικής υπαίθρου και επαρχίας, σήμερα αντικαταστάθηκε από τον δασονόμο.
Ο «Καφετζής» στο καφενείο και ο «Ταβερνιάρης» στο καπηλειό, ήταν σαν να λέμε ο καθένας στο είδος του, καφές και κρασί αντίστοιχα, από τα παλαιότερα επαγγέλματα. Ευτυχώς, καφενεία υπάρχουν σε πολλά χωριά ακόμα. Όμως αξίζει να αναφερθεί, ότι ο αριθμός τους μειώθηκε αισθητά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, εξαιτίας του εσωτερικού και εξωτερικού μεταναστευτικού ρεύματος που άγγιξε τη χώρα μας. Σήμερα αρκετά από αυτά, αναβιώνουν την παλιά κοινωνική αίγλη τους άρα και ιστορία τους στην ελληνική επαρχία, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.
Ακόμα το επάγγελμα του «Μαραγκού», οι άνθρωποι που πελεκούσαν και σμίλευαν το ξύλο με τα χέρια τους και δημιουργούσαν πόρτες, παράθυρα, ντουλάπα χωρίς ασφαλώς τη χρήση ηλεκτρονικού εγκεφάλου και μηχανών, αλλά αυτό της ψυχής, του μυαλού, με μεράκι για ότι δημιουργούσαν με τόση αγάπη.
Άλλο ένα επάγγελμα ιδιαίτερα παλιό ήταν του «Πεταλωτή», του ανθρώπου που άλλαζε τα πέταλα των αλόγων, των γαϊδουριών, των μουλαριών, όταν φθείρονταν, τότε που τα συγκεκριμένα ζωάκια τα χρησιμοποιούσαν ως μοναδικό μεταφορικό μέσο, για τις μετακινήσεις τους άλλα και για τις διάφορες εργασίες τους.
Επίσης, ο «Ντελάλης» ή «Τελάλης», ο δημόσιος κράχτης, ο διαλαλητής, θα λέγαμε ότι ήταν μια κινητή ηχητική εφημερίδα ή ηχητική διαφήμιση του δρόμου, χρησιμοποιούσαν τα χέρια τους σε σχήμα χωνιού, δηλαδή μεγαφώνου, και διαλαλούσαν κοινωνικά γεγονότα, γνωστοποιούσαν διάφορα νέα, συνήθως η έναρξη του λόγου τους ξεκινούσε με το «ακούσατε, ακούσατε»!
Κάπως έτσι θα κλείσουμε το σημερινό άρθρο μας – «Ακούσατε, ακούσατε!» – όσον αφορά την ιστορική αναδρομή για τα παλιά εκείνα επαγγέλματα που τόσο αγαπήθηκαν και σηματοδότησαν την ανάγκη που είχε ο άνθρωπος να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της καθημερινότητάς του, με τον πιο όμορφο, με τον πιο μοναδικό και ξεχωριστό δυνατό τρόπο!
Οι άνθρωποι παρά τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν, προσαρμόζονταν στην καθημερινότητά τους, με επινοητικότητα, πρακτικότητα, αγάπη, μεράκι, ζεστασιά και χαμόγελο. Γιατί η δουλειά τους όποια και αν ήταν αυτή, πρόσφερε όχι μόνον προσωπική ικανοποίηση αλλά κοινωνική συνεισφορά πρωτίστως και επισφράγισε πασίδηλα μια ολόκληρη εποχή μιας παλιάς όμορφης Ελλάδας!

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή