Ο ζωγράφος Παναγιώτης Αννούσης μιλάει στη Μαίρη Λαρεντζάκη – Γκιώνη
Γεννήθηκε το 1964 στην Αθήνα. Η καταγωγή του είναι από την Αρκαδία όπου και έζησε μέχρι το 1982, όταν τελείωσε το Λύκειο. Στη συνέχεια ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε στην Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Από το 1987 ως το 2021 υπηρέτησε ως δάσκαλος στην δημόσια εκπαίδευση. Ζει στο Νέο Ηράκλειο από το 2009.
Ζωγραφίζει από όσο θυμάται τον εαυτό του. Παρέμεινε όμως αυτοδίδακτος. Έχει πραγματοποιήσει αρκετές ατομικές εκθέσεις (μεταξύ 1997 και 2005) και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.
«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στην Αρκαδία;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΝΟΥΣΗΣ: Μεγάλωσα σε ένα φτωχικό περιβάλλον, γεμάτο όμως αγάπη και αξιοπρέπεια. Οι γονείς μου, άγιοι άνθρωποι που δεν είχαν καταφέρει να τελειώσουν το Δημοτικό Σχολείο. Ο πατέρας, εξαιτίας ενός ατυχήματος στην Τετάρτη τάξη που τον άφησε ανάπηρο και η μητέρα μου λόγω του Β’ Παγκοσμίου πολέμου σταμάτησε στην Δευτέρα. Ζωή σε χωριό με απλούς, αγνούς ανθρώπους όπου συνυπήρχαν σε μια θαυμαστή αρμονία η ξεγνοιασιά και οι δυσκολίες της καθημερινότητας. Βίωσα από κοντά τον ανθρώπινο μόχθο και την αξία της χειρωνακτικής εργασίας. Αξιώθηκα πολλές φιλίες που κρατάνε μέχρι σήμερα παρά τις αποστάσεις. Είχα πολλούς φωτισμένους δασκάλους και καθηγητές, αληθινούς φάρους για εμάς τα παιδιά της επαρχίας τότε. Έμαθα να εκτιμώ την αξία που έχουν οι στιγμές και οι μικρές χαρές στη ζωή μας. Δεν ήταν απλώς μια άλλη εποχή, ήταν ένας εντελώς άλλος κόσμος, μια άλλη ζωή.
«Π»: Πώς ατοτιμάτε το ιερό έργο του διδασκάλου;
Π.ΑΝ.: Από την πρώτη μέρα στο σχολείο ως μαθητής ένιωσα την ιερότητα της παιδείας και αυτό το ρίγος με διατρέχει ακόμα. Αγάπησα την εκπαίδευση και την διαδικασία της. Αυτό το λιθαράκι που βάζεις στο χτίσιμο της προσωπικότητας ενός νέου ανθρώπου κι όχι απλά η μάθηση. Όσο και αν ακούγεται ξεπερασμένο, είναι λειτούργημα το έργο του δασκάλου, αρκετά συχνά παραγνωρισμένο, με ασύγκριτη την ηθική ικανοποίηση για όσους το επιτελούν. Η πιο γλυκιά ανταμοιβή είναι να σε χαιρετούν στον δρόμο οι παλιοί σου μαθητές και φυσικά να μαθαίνεις ότι προοδεύουν στη ζωή τους.
«Π»: Είναι η αγάπη σας για τα παιδιά η επιλογή σας στην εκπαίδευση;
Π.ΑΝ.: Βεβαίως η αγάπη μου προς τα παιδιά έπαιξε καταλυτικό ρόλο, ώστε να ακολουθήσω αυτό τον δρόμο. Ίσως και το γεγονός ότι δεν έχω αδέρφια να επέδρασε στην προσέγγιση μου. Ήθελα να προσφέρω όλα αυτά που μπορούσα και όχι απλώς να τους μεταδώσω γνώσεις. Νιώθω ευγνώμων κάθε φορά που βλέπω αυτή την αγάπη να μου επιστρέφεται.
«Π»: Τί είναι για εσάς η ζωγραφική;
Π.ΑΝ.: Η ζωγραφική δεν είναι μόνο το καταφύγιό μου, αλλά πιο πολύ ο τρόπος μου να επικοινωνήσω με τους άλλους ανθρώπους, να εκφράσω την ψυχή μου και να συνδεθώ με τους γύρω μου. Όταν νιώθω ότι κάτι μέσα μου με ξεπερνάει, νιώθω άμεσα την ανάγκη να ζωγραφίσω. Αισθάνομαι ως ο ενδιάμεσος ανάμεσα σε αυτό που πρέπει να αποτυπωθει και στο τελικό αποτέλεσμα. Αν τα καταφέρνω ή όχι, είμαι ο τελευταίος που μπορώ να το πω. Οπωσδήποτε η χαρά της δημιουργίας με κάνει να νιώθω αληθινά ζωντανός.
«Π»: Πιστεύετε στο έμφυτο ταλέντο;
Π.ΑΝ.: Ναι, πιστεύω ότι όλοι μας γεννιόμαστε με κάποιο χάρισμα, ο καθένας μας έχει ένα ξεχωριστό ταλέντο. Κάποιοι το ανακαλύπτουν και το ακολουθούν, νωρίς ή αργότερα δεν έχει σημασία. Φυσικά στην πορεία είναι θέμα εξάσκησης, αφοσίωσης αλλά και συγκυριών ώστε κανείς να ασχοληθεί με αυτό και να εξελιχθεί.
«Π»: Βλέπετε στο σχολείο μαθητές με κλίση στη ζωγραφική;
Π.ΑΝ.: Πολλές από τις αθώες παιδικές ψυχές έχουν κλίση στη ζωγραφική και τα έργα τους μπορούν να μας εκπλήσσουν ευχάριστα. Διακρίνεις τη φρεσκάδα στη ματιά και στις ιδέες που έχουν. Εννοείται ότι τα έργα τους πολλές φορές είναι ιδιαιτέρως αξιόλογα. Με μεγάλη χαρά μαθαίνω ότι αρκετά παιδιά μεγαλώνοντας συνεχίζουν να ασχολούνται ή και να τη σπουδάζουν.
«Π»: Πότε ξεκινήσατε να ζωγραφίζετε;
Π.ΑΝ.: Ζωγραφίζω από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Αν και στην επαρχία το παιχνίδι έξω ήταν ατελείωτο, πάντα είχα την εσωτερική διάθεση να σχεδιάζω κάτι που μου άρεσε με μολύβι ή στυλό. Στην εφηβεία άρχισα να ασχολούμαι περισσότερο με το χρώμα. Έτσι σιγά σιγά από τα σκίτσα άρχισα να μπαίνω στον μαγικό κόσμο της ζωγραφικής, ανακαλύπτοντας μόνος μου υλικά και τεχνικές που μου τραβούσαν το ενδιαφέρον.
«Π»: Αγαπημένα υλικά;
Π.ΑΝ.: Έχω ασχοληθεί κατά καιρούς με διάφορα υλικά, ανάλογα και με την ψυχική διάθεση που έχω κάθε φορά ή και με τις δυνατότητες. Αγαπώ το μολύβι, γιατί με αυτό ξεκίνησα όπως είπα, αλλά και γιατί μπορείς εύκολα να μουτζουρώσεις κάτι, ας πούμε κατά τη διάρκεια μιας βαρετής συνάντησης ή σε ένα τραπέζι που περνάς καλά. Επίσης μου αρέσουν τα ακρυλικά, που προσφέρουν αρκετές δυνατότητες να δουλέψεις σε μικρές και μεγάλες διαστάσεις, με διάφορες τεχνικές.
Τα χρώματα ακουαρέλας που μου προσφέρουν ηρεμία και γαλήνη. Κατά καιρούς περνάω καλά και με τα λαδοπαστέλ. Δεν έχω ασχοληθεί με τα λάδια, λόγω συγκυριών.
«Π»: Ποιά η έννοια της ομορφιάς στη ζωγραφική;
Π.ΑΝ.: Είναι ανεκτίμητη η αξία της ομορφιάς. Ομορφιά δεν είναι μόνο μια εξωτερικά ωραία, γλυκιά ή ευχάριστη εικόνα αλλά μια βαθύτερη αισθητική εμπειρία που βιώνει ο θεατής βλέποντας ένα έργο, αυτό που τον οδηγεί σε μια ψυχική ανάταση. Μπορεί πλέον να μην είμαι βέβαιος για το αν «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», όμως τον κάνει ένα καλύτερο μέρος να ζει κανείς κι αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Μας βοηθά να αναγνωρίσουμε δικά μας συναισθήματα. Χάρη σε αυτή βλέπουμε την αξία σε πράγματα που συνήθως προσπερνάμε στην καθημερινή μας βιασύνη. Προσφέρει παρηγοριά με τον τρόπο της και μια αίσθηση τάξης μέσα στο χάος αυτού του κόσμου. Όσο αυτό υπάρχει στη ζωγραφική, όλα καλά. Συνεπώς η αναζήτηση της ομορφιάς έχει βαθύτερο νόημα. Σίγουρα δεν μπορώ τα έργα που τονίζουν την ασχήμια.
«Π»: Ποιές είναι οι αγαπημένες σας τεχνικές;
Π.ΑΝ.: Πάντοτε με γοήτευε η ακουαρέλα για την αμεσότητα, τη διαφάνεια και την ευαισθησία της. Μπορείς να τελειώσεις κατευθείαν (ala prima) ένα έργο αποτυπώνοντας τα συναισθήματα εκείνης της στιγμής. Από την άλλη πλευρά με τα ακρυλικά δοκιμάζω διάφορα με σπάτουλες και άλλα μέσα. Έχουν αυτή την ευελιξία που σου δίνει τη δυνατότητα να παίξεις με το πάχος, την υφή και τη ρευστότητα του χρώματος. Έχει γίνει αυτό ένα ενδιαφέρον παιχνίδι, που πολλές φορές οδηγεί σε εξαιρετικά αποτελέσματα.
«Π»: Τί βλέπετε μπροστά σε έναν άδειο καμβά;
Π.ΑΝ.: Βλέπω ένα ολόκληρο σύμπαν από δυνατότητες! Ποτέ δεν το έχω δει σαν ένα πεδίο αναμέτρησης αλλά σαν μια ευκαιρία να το προσεγγίσω και να εναποθέσω ένα κομμάτι από την καρδιά μου. Σκέφτομαι κάθε φορά ότι αυτό το λευκό τοπίο μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια συγκίνηση. Στροβιλίζονται άπειρες εικόνες στο μυαλό μου, μέχρι που κάποιες ιδέες να κατασταλάξουν και να αρχίσει το μαγευτικό ταξίδι της δημιουργίας. Κι είναι νομίζω φυσιολογικό πως με τα χρόνια έρχεται και μεγαλώνει κι η εμπιστοσύνη στη διαδικασία – γεγονός που κάνει τη διαδρομή ακόμα πιο απολαυστική.
«Π»: Έχετε αγαπημένα θέματα;
Π.ΑΝ.: Μου αρέσει να εκφράζω συναισθήματα και ψυχική διάθεση. Για αυτό και μάλλον τα θέματά μου είναι αυτά που με επιλέγουν με αρκετή ποικιλία μεταξύ τους. Άλλες φορές μπορεί να είναι τοπία, νεκρές φύσεις, άλλοτε ανθρωποκεντρικά θέματα και πάρα πολύ συχνά αφηρημένες εικόνες. Πάντα το ένστικτο με καθοδηγεί στο θέμα που θα φτιάξω. Συμβαίνει αυτό που λέει ο αστεϊσμός ότι αφού δεν μπορείς να το πεις, ζωγράφισέ το. Δεν μπορώ ειλικρινά να εξηγήσω ούτε και να ελέγξω γιατί κάνω αυτό ή το άλλο.
«Π»: Η ζωγραφική ως θεραπεία.
Π.ΑΝ.: Θεραπεία έως και λύτρωση θα έλεγα. Από το πιο απλό στοιχείο που μπορεί να είναι η απόδραση από μια ανυπόφορη πραγματικότητα έως και την καταβύθιση στα εσώψυχά μας, και την γνωριμία με τον πραγματικό εαυτό μας. Ένας τρόπος να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι είναι. Το άγχος μειώνεται και ο χρόνος μέσα μας διαστέλλεται. Η επιλογή, συνειδητή ή ασυνείδητη των χρωμάτων, ο τρόπος δημιουργίας και η ένταση των κινήσεών μας επιτρέπουν να εξωτερικεύσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο. Εκείνες τις στιγμές βγαίνει η αλήθεια μας χωρίς τον φόβο της κριτικής. Και φυσικά η αίσθηση του επιτεύγματος, ανεξάρτητα από το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, όταν ολοκληρωθεί το έργο. Με όλα τα δύσκολα στάδια, τελικά ένα όμορφο ταξίδι προς το φως.
«Π»: Τελικά, βλέπει ο θεατής ό,τι βλέπει και ο ζωγράφος σ’έναν πίνακα;
Π.ΑΝ.: Όταν συμβαίνει είναι η μαγική στιγμή! Να νιώθεις πως ο κόσμος του ενός συναντά τον κόσμο του άλλου. Ότι υπάρχει αυτό το αόρατο πνευματικό νήμα μεταξύ τους.
Θα σας πω μια εμπειρία που μου συνέβη πρόσφατα. Από μια φωτογραφία που είχα δει στο Facebook ζωγράφισα ένα τοπίο, που υποσυνείδητα κάτι μου θύμιζε. (Και δικαίως γιατί ήταν από την Αρκαδία). Όταν ανάρτησα το έργο, κάποιος διαδικτυακός φίλος αναγνώρισε σε αυτό το χωράφι του και τα κυπαρίσσια που υπήρχαν σε αυτό, καθώς τα είχε φυτέψει ο ίδιος! Συναντηθήκαμε για να του προσφέρω το έργο και είμαι απολύτως βέβαιος ότι μοιραστήκαμε την ίδια συγκίνηση. Εκεί λες η τέχνη επιτελεί το έργο της.
Πιο σύνηθες βέβαια είναι ο θεατής να βλέπει αυτό που θέλει να δει κι ο ζωγράφος αυτό που είχε στο μυαλό του. Όμως έστω και έτσι, αν υπάρχει ανοιχτό πνεύμα και καλή πρόθεση εκατέρωθεν, μπορεί να ξεκινήσει μια διαδικασία, ένα μονοπάτι, που μπορεί να φέρει και σύγκλιση.
«Π»: Σε ποιό τόπο θα θέλατε να είστε για να ζωγραφίζετε;
Π.ΑΝ.: Α, θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να ταξιδεύω διαρκώς για να ζωγραφίζω. Ξέρετε η ρομαντική εικόνα του περιπλανώμενου καλλιτέχνη. Κι επειδή το χωριό της καταγωγής μου είναι κλεισμένο μέσα στο βουνό, έχω πάντα τη λαχτάρα για ανοιχτούς ορίζοντες. Επομένως θα ήθελα να είμαι σε κάποια παραλία να ζωγραφίζω την ώρα της ανατολής. Δεν είναι και πολύ πρωτότυπο, το ξέρω, αλλά ο ερχομός της καινούργιας μέρας κι η ελπίδα που φέρνει αυτό, γεμίζει τον ψυχισμό μου.
«Π»: Πώς σας εμπνέει η Αρκαδία;
Π.ΑΝ.: Είναι έμπνευση διαρκείας διότι «Et in Arcadia ego», όπως λέει και η γνωστή ρήση. Η Αρκαδία κυλά ασταμάτητα στις φλέβες μου και πιστεύω ότι διαποτίζει τα έργα μου με τον τρόπο της. Αν και ζω στην πόλη πάρα πολλά χρόνια, δεν είναι απλώς ένα είδος νοσταλγίας, είναι μια ζωντανή αγάπη. Βεβαίως και έχω πολλά έργα σχετικά, στο πέρασμα των καιρών. Τα τοπία της αλλά και μυθική διάσταση της είναι πάντα αφορμή για να συνδεθώ με την ψυχή μου και κάθε επίσκεψη είναι ένα είδος αναβάπτισης.
«Π»: Από το 1997 έως 2005, υλοποιήσατε αρκετές ατομικές εκθέσεις και έχετε συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.
Π.ΑΝ.: Γενικά δεν είμαι άνθρωπος που κρατάω αρχείο αλλά από όσο θυμάμαι ήταν μια περίοδος εξωστρέφειας θα έλεγα τότε. Όλα ξεκίνησαν με την παρακίνηση κάποιων συναδέλφων να παρουσιάσω τα έργα μου σε μια ατομική έκθεση στο σχολείο που υπηρετούσα. Ακολούθησε η συμμετοχή μου σε μια ομαδική έκθεση στον Δήμο Πεύκης και το ένα έφερε το άλλο. Έτσι ήρθαν ατομικές εκθέσεις στο Πολιτιστικο Ίδρυμα Ζαφείρη στο Άστρος, στο καφέ Μέλι στην Πετρούπολη, στο καφέ Tobacco στον Κορυδαλλό και στη Βίλα Στέλλα στο Νέο Ηράκλειο. Παράλληλα είχα κι άλλες συμμετοχές σε συνεργατικές καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες.
Το 2016 μου έκαναν την τιμή να δημιουργήσω τέσσερις (4) τοιχογραφίες σχετικές με την παιδεία και το σχολείο, στα τότε γραφεία της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Β’ Αθήνας. Επίσης εκείνη την χρονιά είχε προηγηθεί και μια ταινία μικρού μήκους αφιερωμένη στο ζωγραφικό έργο μου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπούλια.
«Π»: Τί κάνει το έργο ενός ζωγράφου να ξεχωρίζει;
Π.ΑΝ.: Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που κάνουν ένα έργο να ξεχωρίσει. Ειδικά σήμερα που κυριαρχεί η πρόκληση, ξεχωρίζουν σε μεγάλο βαθμό έργα εφήμερα κραυγαλέα. Κι όμως τα αληθινά έργα κάποια στιγμή συναντούν αυτούς που πρέπει να συναντήσουν. Έργα με ιδιαίτερη φωνή και ειλικρίνεια μέσα τους μπορούν και αγγίζουν τους ανθρώπους διαχρονικά. Η δημιουργία ενός προσωπικού κόσμου τόσο στον τρόπο όσο και στην επιλογή των χρωμάτων (τόσο που να μη χρειάζεται να δεις την υπογραφή), η αυθεντικότητα του βλέμματος, το θέμα, η ικανότητα να εκφράζει αλλά και να προκαλεί συναισθήματα, όλα αυτά είναι στοιχεία που δημιουργούν την αύρα ενός ζωγραφικού έργου που ξεχωρίζει.
«Π»: Με τί χρώματα θα ζωγραφίζατε την εποχή μας;
Π.ΑΝ.: Δυστυχώς με σκούρα και ταραγμένα χρώματα καθώς πιστεύω ότι η σημερινή εποχή βρίσκεται σε μεγάλη σύγχυση, οι ανθρώπινες αξίες καταρρέουν και το ψεύτικο κυριαρχεί παντού. Όμως επειδή είμαι τελικά αισιόδοξος, θα υπήρχε ένα φως που βγαίνει από μέσα, από τις ψυχές όσων αντέχουν, αγωνίζονται και ελπίζουν.
«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Π.ΑΝ.: Υπάρχουν συζητήσεις και κυρίως μέσα μου κατασταλάζει η σκέψη για μια έκθεση. Και όλα αυτά καθώς από το καλοκαίρι που μας πέρασε, εντελώς συμπτωματικά θα έλεγα, με έχει απορροφήσει σχεδόν αποκλειστικά η ακουαρέλα. Όταν ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος, θα ήθελα να κάνω μια ξεχωριστή έκθεση με αυτά τα έργα, τα οποία είναι μικρών διαστάσεων και ένα λεύκωμα.