Αν η επιστήμη ρωτά «πώς λειτουργεί ο κόσμος;», η τέχνη ρωτά «τι σημαίνει να ζεις μέσα σ’ αυτόν;»

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Αν η επιστήμη ρωτά «πώς λειτουργεί ο κόσμος;», η τέχνη ρωτά «τι σημαίνει να ζεις μέσα σ’ αυτόν;»

Ο συγγραφέας Γιώργος Γιαννόπουλος μιλάει στη Μαίρη Λαρεντζάκη – Γκιώνη


Ο Γιώργος Γιαννόπουλος γεννήθηκε το 1942 στη Θεσσαλονίκη, και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου και διαμένει. Σπούδασε Γεωπόνος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα αντικείμενα της κτηνοτροφίας και λογοτεχνίας στη Γαλλία. Εργάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από το 1969. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον πολιτισμό, ίδρυσε τον Σκακιστικό Σύλλογο Ορχομενού και κατόπιν εκλέχτηκε ως Αντιπρόεδρος στο Δ.Σ της Ελληνικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας επι 20 χρόνια και σκακιστής με τον τίτλο του Μετρ. Αργότερα το 1987 ίδρυσε το Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων ΑΤΕ, όπου διατέλεσε επι 25 χρόνια Πρόεδρος του ΔΣ και του έχει απονεμηθεί ο τίτλος του Επίτιμου Προέδρου του ΠΟ.Κ.Ε.ΑΤΕ.Π.
Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά και δύο εγγόνια.
Έχει γράψει δύο Μυθιστορήματα, ένα Θεατρικό σενάριο, δεκατέσσερα βιβλία διηγημάτων και δεκατρείς ποιητικές συλλογές. Στα έργα του κυριαρχεί η άποψη και θέση ότι ο συγγραφέας στην εποχή μας, πρέπει να «στρατεύεται» στην υπηρεσία του ανθρώπου και του περιβάλλοντος.
Τον Σεπτέμβριο του 2019 ίδρυσε την Ομάδα Ποίησης ΑΤΕ, η οποία δραστηριοποιείται μέσω του διαδικτύου στο χώρο των Συνταξιούχων της πρώην ΑΤΕ και των εργαζομένων της Τράπεζας Πειραιώς. Η Ομάδα Ποίησης μετονομάστηκε σε Ομάδα Λογοτεχνίας ΑΤΕ και έχει σήμερα 85 μέλη ποιητές και πεζογράφους, από πολλές πόλεις της Ελλάδας, οι οποίοι ασχολούνται και γράφουν σε μηνιαία βάση και τα έργα αναρτώνται στο διαδίκτυο.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στη Θεσσαλονίκη;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Γεννήθηκα το ‘42 στη Θεσσαλονίκη σε ένα δωμάτιο μιας εσωτερικής αυλής, στη Διοικητηριου 44, από μια όμορφη μελαχρινή, την Ιφιγένεια απ’ τα Μουδανιά της Σμύρνης. Το 1916, η μητέρα μου Ιφιγένεια, τέσσερις αδελφές κι ένας αδελφός, ο παππούς επιπλοποιός, η γιαγιά περήφανη Σμυρνιά, φορτώθηκαν, κακήν κακώς, σε μια βάρκα, κι από την πατρίδα Μικρασία βρέθηκαν πρόσφυγες στη Σαλονίκη. Ο πατέρας μου ο Γιάννης, λεβέντης Γιαννιώτης, τελειόφοιτος Νομικής, κόπηκε πριν το τελευταίο μάθημα του πτυχίου λόγω αριστερών φρονημάτων και ως λογιστής έφτιαξε την οικογενειά μας. Ο πατέρας του και παππούς μου, μεγαλοεστιάτορας στη Θεσσαλονίκη με ιστορία στην Αμερική, όπου έκανε περιουσία.
Μου δόθηκαν τα ονόματα Γιώργος – από τον παππού μου – και Βλαδίμηρος – από τους δυο νονούς μου, τον Γ. Παπαδόπουλο και τον Ζερβό, αριστερούς συντρόφους του πατέρα μου αλλά και προς τιμήν του μεγάλου επαναστάτη Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, Λένιν. Τα προβλήματα της κατοχής έκαναν ολόκληρη την οικογένεια του πάτερα μου να μετοικίσουμε οριστικά από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, κι ενώ ήμουν σε ηλικία 2 ετών.
«Π»: Γιατί επιλέξατε την Γεωπονική ως επιστήμη, να σπουδάσετε στο ΑΠΘ;
Γ.Γ.: Παρότι μεγαλωμένος σε αστικό περιβάλλον, είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση τον αγροτικό τομέα και ιδίως τον ταλαίπωρο Έλληνα αγρότη, που το χωράφι του αποτελεί ένα ξέσκεπο εργοστάσιο και υπόκειται στις ιδιοτροπίες της φύσης. Αλλά, βέβαια, έχει άμεση και κυρίαρχη σχέση με την διατροφή, το περιβάλλον και την ανάπτυξη. Αν κάποιος φέρελπις νέος θέλει να προσφέρει ουσιαστικά στην κοινωνία και στο περιβάλλον, η γεωπονία είναι καίριος τομέας. Ο φοιτητής έχει να ασχοληθεί με επιστήμη, τεχνολογία, επιχειρηματικότητα και περιβάλλον. Η γεωπονία συνδυάζει επιστήμη και φύση και επίσης έχει πολλές ειδικεύσεις και επαγγελματικά δικαιώματα. Γι’ αυτό το λόγο οι απόφοιτοι μπορούν να εργαστούν σε πολλούς τομείς που στην εποχή μας είχαν προοπτικές και υπήρχε ζήτηση.
«Π»: Οι σπουδές σας στην Γαλλία στην Κτηνοτροφία αλλά και στην Λογοτεχνία ανέδειξαν την αγάπη σας στη λογοτεχνία και την ποίηση;
Γ.Γ.: Από μικρή ηλικία και με επιρροή από το οικογενειακό περιβάλλον, είχα κλίση στο εξωσχολικό διάβασμα, η οποία με ώθησε κατά αρχή στην αγάπη για την λογοτεχνία και σε πολύ καλές σχολικές εκθέσεις.
Στη Γαλλία, παράλληλα με το μεταπτυχιακό στην κτηνοτροφία, βρέθηκα να σπουδάζω και λογοτεχνία, σε ένα περιβάλλον από τις πιο σπουδαίες και επιδραστικές παραδόσεις στη λογοτεχνία και την ποίηση παγκοσμίως. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, οι Γάλλοι συγγραφείς διαμόρφωσαν ρεύματα, ιδέες και αισθητικές που επηρέασαν όλη την Ευρώπη και όχι μόνο.
«Π»: Μιλήστε μας για την ίδρυση του Σκακιστικού Συλλογου του Ορχομενού αλλά και την συμμετοχή σας στην Σκακιστική Ομοσπονδία και μάλιστα με τον τίτλο του μετρ;
Γ.Γ.: Νεαρός απόφοιτος της Γεωπονικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, διορίστηκα στην ΑΤΕ, κατάστημα Ορχομενού Βοιωτίας και μαζί με την σύζυγο και τα δύο παιδιά μου, μείναμε εκεί για 13 χρόνια. Τις ελεύθερες ώρες, στο καφενείο του χωριού, συνάντησα μια έκπληξη: πολλοί Ορχομμένιοι χωρικοί έπαιζαν σκάκι στο καφενείο. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια με το σκάκι, όταν κάποια στιγμή με προσκάλεσαν οι ντόπιοι – «να παίξει ο Γεωπόνος» – έχασα.
Να μην τα πολυλογώ, διάβασα, ανέβηκα επίπεδο και έσωσα τον εγωισμό του Αθηναίου, όπως με αποκαλούσαν. Οργάνωσα τους σκακιστές, έφτιαξα σύλλογο και αρχίσαμε αγώνες στα πλαίσια της Ελληνικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας ΕΣΟ. Επειδή είχαμε μεγάλη δραστηριότητα, μου προτάθηκε να γίνω διοικητικός σύμβουλος, εκλογές, δημοκρατικό ψηφοδέλτιο, εκλέχτηκα και αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας. Έλαβα μέρος ως αρχηγός της Εθνικής Ελλάδος στην Ολυμπιάδα σκακιού στη Θεσσαλονίκη, στην Ολυμπιάδα στο Ντουμπάι, στην Ολυμπιάδα στην Γιουγκοσλαβία και σε άλλες διεθνείς και εθνικές διοργανώσεις. Είκοσι χρόνια Αντιπρόεδρος της ΕΣΟ, έως ότου παραιτήθηκα επειδή εκλέχτηκα Πρόεδρος στο Σύλλογο Γεωτεχνικών ΑΤΕ και στο Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομενων ΑΤΕ, το οποίο ίδρυσα. Σε όλο αυτό το διάστημα, έπαιρνα μέρος στα σκακιστικά πρωταθλήματα και συμπλήρωσα τη νόρμα για τον τίτλο του Μετρ στο σκάκι.
«Π»: Ιδρύσατε τον Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων της ΑΤΕ και διατελέσατε 25 χρόνια Πρόεδρος του Δ.Σ. και τώρα ως επίτιμος Πρόεδρος. Ποιό είναι το όραμά σας;
Γ.Γ.: Ανακατευόμουν με τα κοινά, μέσα στο χώρο μας, της αλησμόνητης Αγροτικής μας, για τα προβλήματα προσωπικού, αλλά έλειπε ο πολιτισμός. Το 1986, βοήθησα και φτιάξαμε μια σκακιστική ομάδα στο χώρο της Τράπεζας. Καταφέραμε να συσταθεί μια διασυλλογική πολιτιστική επιτροπή με εκπρόσωπο από τον κάθε σύλλογο και δημιουργήσαμε ένα νέο Σύλλογο, αμιγώς πολιτιστικό. Ένα σύλλογο που να ενώνει και να εκπροσωπεί όλο το προσωπικό της ΑΤΕ, στον τομέα μας. Έτσι λοιπόν, ξεκινήσαμε 4-5 άτομα και φτάσαμε έως και στις 4.000 συμμετοχές περίπου!
Εκδρομές εσωτερικού και εξωτερικού, σκακιστική ομάδα, διοργάνωση τουρνουά, χοροί μεταμφιεσμένων, εκθέσεις ζωγραφικής, φωτογραφίας, γλυπτικής, διαγωνισμοί λογοτεχνικοί, διαλέξεις, σεμινάρια επιμορφωτικά, αθλητισμός, πολιτιστικές περιοδείες, κοινές εκδηλώσεις με πολιτιστικά σωματεία της ΟΤΟΕ και της ΓΣΕΕ, και τόσες άλλες εκδηλώσεις, που ανάδειξαν το ΠΟΚΕΑΤΕ σαν ένα ζωντανό πολιτιστικό κίνημα στο χώρο των τραπεζών.
Το όραμά μου, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, είναι να είμαι κοντά και να τιμώ τον Σύλλογο αυτό! Ως επίτιμος Πρόεδρος, που με τίμησαν οι συνάδελφοί μου, προσπαθώ να είμαι παρών στις εκδηλώσεις, παρακολουθώ ενεργά τις δράσεις και προσφέρομαι για οποιαδήποτε συμβουλή, λόγω εμπειρίας, αλλά και …αγγαρεία, γιατί τις σοβαρές δουλειές του συλλόγου τις εκτελούν άριστα τα εν ενεργεία διοικητικά συμβούλια!
«Π»: Γιατί γράφετε;
Γ.Γ.: Γράφουμε για πολλούς και διάφορους λόγους. Γράφουμε για να καταλάβουμε τον εαυτό μας. Για να μη χαθούν οι ιστορίες, για να διασώσουμε μνήμες, για να διατηρήσουμε εμπειρίες, για να χαρίσουμε διάρκεια στο εφήμερο. Για να επικοινωνούμε, κάθε κείμενο είναι μια γέφυρα. Επίσης, για να αντέξουμε – ο Αλμπέρ Καμύ έγραφε ότι «η γραφή γίνεται πράξη αντίστασης απέναντι στη σιωπή».
Ακόμη για να δημιουργήσουμε κόσμους, χαρακτήρες, σύμπαντα. Γράφουμε γιατί η φαντασία μάς ξεπερνά και ζητά χώρο. Και ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση: Γράφουμε γιατί δεν μπορούμε να μην γράφουμε, κάτι μας πιέζει. Μια φωνή. Μια εικόνα. Μια ανάγκη.
«Π»: Τί είναι η ποίηση για εσάς;
Γ.Γ.: Η ποίηση για έναν ποιητή δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό είδος, είναι τρόπος ύπαρξης. Για έναν ποιητή, η ποίηση μπορεί να είναι ο τρόπος να βλέπει τον κόσμο. Ο ποιητής δεν κοιτά απλώς, παρατηρεί. Ένα φως στο παράθυρο, μια σιωπή, ένα βλέμμα γίνονται σύμβολα.
Η ποίηση είναι εσωτερική ανάγκη. Όπως η αναπνοή, ο έρωτας, ο φόβος, η απώλεια, η ελπίδα. Εσωτερική κάθαρση, μπορεί να ενώσει το όνειρο με το αληθινό, το παρελθόν με το παρόν. Είναι εσωτερική επανάσταση. Η αναζήτηση νοήματος και για κάποιους, όπως ο Κωνσταντίνος Καβάφης, η ποίηση είναι στοχασμός πάνω στον χρόνο και την ανθρώπινη μοίρα. Για άλλους, όπως ο Γιώργος Σεφέρης, είναι διάλογος με την ιστορία και την ταυτότητα. Και για τον Οδυσσέα Ελύτη, είναι φως, Ελλάδα, μεταφυσική και αισιοδοξία. Ο ποιητής δεν «επινοεί» απλώς αλλά αφουγκράζεται. Εκεί όπου η καθημερινή γλώσσα εξαντλείται, η ποιητική γλώσσα ανοίγει ρωγμές στο προφανές και αφήνει να φανεί το βάθος.
Για στοχαστές όπως ο Martin Heidegger, η ποίηση είναι ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα «κατοικεί» το Είναι. Η ποίηση για έναν ποιητή είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να αγγίξει το όνειρο μέσω της γλώσσας.
«Π»: Έχετε αγαπημένους λογοτέχνες;
Γ.Γ.: Οι «αγαπημένοι λογοτέχνες» είναι πάντα προσωπική υπόθεση· εξαρτώνται από το τι αναζητά κανείς: πάθος, υπαρξιακό βάθος, κοινωνική κριτική, φαντασία, ποίηση. Παρακάτω μερικοί αγαπημένοι μας που σημάδεψαν τη λογοτεχνία: Κωνσταντίνος Καβάφης, ποιητής της υπαρξιακής μοναξιάς. Λιτός, στοχαστικός, διαχρονικός. Γιώργος Σεφέρης, ποίηση της εξορίας, της ταυτότητας και της ιστορικής μνήμης. Νίκος Καζαντζάκης, της υπαρξιακής αγωνίας, πνευματικής αναζήτησης, της πάλης με τον Θεό και την ελευθερία. Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ποίηση με ψυχολογικό βάθος, ηθικά διλήμματα, σκοτεινή αλλά ανθρώπινη ματιά. Φραντς Κάφκα, με παραλογισμό της ύπαρξης και αίσθηση της αποξένωσης. Αλμπέρ Καμύ, Στίβεν Κινγκ, το παράλογο, το θρίλερ, η ελευθερία, η ηθική ευθύνη μέσα σε έναν αδιάφορο κόσμο.
«Π»: Το 2019 ιδρύσατε την ομάδα Ποίησης της ΑΤΕ – τι σπουδαία πρωτοβουλία! Συναντήσατε και συνεχίζετε να συναντάτε ταλέντα;
Γ.Γ.: Διαπίστωσα ότι στο χώρο της πρώην ΑΤΕ υπάρχουν διαμαντάκια, συνάδελφοι με αγάπη στη λογοτεχνία, αλλά και όρεξη για κοινωνικές σχέσεις, οπότε μου ήρθε η ιδέα της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου σώματος – ομάδας στο χώρο μας, να δρα ελεύθερα και ακηδεμόνευτα, όπως θέλει η αληθινή ποίηση!
Η ίδρυση μιας ομάδας ποίησης δεν είναι απλώς οργανωτική πράξη· είναι δημιουργία κοινότητας νοήματος. Δημιουργεί έναν χώρο έκφρασης όπου ο λόγος μπορεί να ειπωθεί χωρίς φόβο κριτικής ή απόρριψης. Καλλιεργεί τέχνη, μέσα από ανάγνωση, συζήτηση και δημιουργική ανταλλαγή, τα μέλη εξελίσσονται. Δημιουργει σύνδεση, ενώνει ανθρώπους που ίσως αλλιώς δεν θα συναντιούνταν. Αντιστέκεται στον πολιτισμικό θόρυβο, σε μια εποχή ταχύτητας, μια ομάδα ποίησης λειτουργεί σαν νησί αργού χρόνου. Είναι πράξη πολιτισμικής αντίστασης. Παρέμβαινει στον δημόσιο λόγο, μπορεί να οργανώνει αναγνώσεις, εκδηλώσεις, εκδόσεις.
Σε βαθύτερο επίπεδο, η ίδρυση μιας ομάδας ποίησης έχει έναν υπαρξιακό σκοπό: να αποδείξει ότι ο άνθρωπος δεν δημιουργεί μόνο για τον εαυτό του, αλλά για να μοιραστεί. Και πράγματι σε αυτόν τον ρομαντικό – ας μου επιτραπεί – χώρο, αποκαλύφθηκαν διαμαντάκια, ταλεντάκια, που ελπίζω ότι θα έχουν συνέχεια!
«Π»: Ζούμε σε χαλεπούς καιρούς. Πώς βλέπετε τους ανθρώπους του πνεύματος να αντιδρούν; Πιστεύετε ότι πρέπει να εκφέρουν την αποψή τους;
Γ.Γ.: Οι άνθρωποι του πνεύματος προσπαθούν πολύ λιγότερο απ’ό,τι θα έπρεπε ή θα μπορούσαν… Δυστυχώς πολλοί λόγοι, πολιτικοί, οικονομικοί κλπ δεν μας δίνουν την βαριά ελπίδα που έχουμε για εκείνους. Παράδειγμα, κατά την ταπεινή μου άποψη, η απουσία της Ακαδημίας και των ακαδημαϊκών από την πραγματική και πνευματική ζωή.
«Π»: Τί είναι η τέχνη για εσάς;
Γ.Γ.: Για μένα, η τέχνη είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μετατρέπει την εμπειρία σε νόημα. Μεταφράζει το συναίσθημα σε μορφή, το χάος σε ρυθμό, τη σιωπή σε ήχο, το βλέμμα σε εικόνα. Θα έλεγα πως η τέχνη είναι αποκάλυψη, κάνει ορατό αυτό που υπήρχε αλλά δεν το βλέπαμε.
Είναι συνάντηση υποκειμενικοτήτων, ο δημιουργός εκφράζεται, ο θεατής αναγνωρίζει τον εαυτό του. Αν η επιστήμη ρωτά «πώς λειτουργεί ο κόσμος;», η τέχνη ρωτά «τι σημαίνει να ζεις μέσα σ’ αυτόν;». Και ίσως τελικά, η τέχνη να είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη: να μη μείνει η εμπειρία άμορφη, να μη χαθεί το βίωμα χωρίς ίχνος.
«Π»: Η ποίηση τι δίνει στην εποχή μας;
Γ.Γ.: Την ελπίδα! Μια συμπυκνωμένη αισιοδοξία, μια «κονσέρβα» οραμάτων. Η ποίηση στην εποχή μας, μια εποχή ταχύτητας, υπερπληροφόρησης και διάσπασης προσοχής, έρχεται να δημιουργήσει σιωπή. Μέσα σε έναν κόσμο που μας ωθεί συνεχώς προς τα έξω (εικόνες, ειδήσεις, ρυθμοί), η ποίηση μας επιστρέφει προς τα μέσα. Μας αναγκάζει να σταθούμε, να νιώσουμε, να σκεφτούμε. Η εποχή ευνοεί το σύντομο και το γρήγορο. Η ποίηση επιμένει στο πυκνό. Σε λίγες λέξεις χωρά μια ολόκληρη υπαρξιακή εμπειρία. Σε κοινωνίες όπου η μοναξιά μεγαλώνει, η ποίηση δημιουργεί μια αόρατη κοινότητα: «Κάποιος ένιωσε αυτό που νιώθω».Αυτό από μόνο του είναι παρηγοριά.
«Π»: Τι επηρεάζει το σημαντικό σας συγγραφικό έργο;
Γ.Γ.: Δεν θεωρώ σημαντικό το συγγραφικό μου έργο, ίσως είναι σημαντικό για μένα, αλλά δυστυχώς δεν θα επιρρεάσει τον υπόλοιπο κόσμο. Γράφω για να εκδηλωθώ, γράφω για τον εαυτό μου. Έχω βέβαια την φιλοδοξία να προσφέρω κι εγώ ένα πετραδάκι στην κοινωνία, στους συνανθρώπους, στον κόσμο αλλά οι συνθήκες της ζωής …ίσως η ανεπάρκειά μου… Πάντως προσπαθώ!
«Π»: Τί σας στενοχωρεί;
Γ.Γ.: Πρώτα πρώτα ο πόλεμος, το κυνήγι του κέρδους, κατόπιν η αδιαφορία, ο ωχαρερφισμός, η επιδερμική θεώρηση των πραγμάτων, η ημιμάθεια, οι ξερόλες, οι έξυπνοι, η εύκολη παράσυρση των αφελών, η έλλειψη πνεύματος, η ιστορική ανεπάρκεια, η λατρεία των ειδώλων… Είναι τόσα πολλά, που καμμία φορά απογοητεύεσαι. Αλλά η ελπίδα και η αγωνιστικότητα είναι εδώ, στην καρδιά!
«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Γ.Γ.: Στην ηλικία μου δεν θα έπρεπε να προγραμματίζω πολλά, αλλά έχω ένα νεανικό ενθουσιασμό, οπότε ναι «μπαίνω με τα μπούνια» σε κάθε τι νέο, κυρίως στις τέχνες, ποίηση, πεζογραφία, μουσική.
Έχω να συμμαζέψω τις ποιητικές μου συλλογές και τα αδέσποτα γραφτά μου, έχω να τιθασεύσω τις μανίες μου για ταξίδια, για νέες φιλίες, για νέες περιπέτειες… Έχω να διαβάσω, να παρατηρήσω, να ενημερωθώ… Έχω να γράψω… να γράψω… να γράψω…

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή