«Η ζωή δεν είναι δεδομένη αλλά κάτι που αξίζει να βιώνουμε συνειδητά»

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Η ζωή δεν είναι δεδομένη αλλά κάτι που αξίζει να βιώνουμε συνειδητά»

Ο Βασίλειος Ξ. Σπηλιωτόπουλος, συγγραφέας, μιλάει στη Μαίρη Λαρεντζάκη – Γκιώνη


Ο Βασίλειος Ξ. Σπηλιωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966. Σπούδασε Νομικά στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε και μαθήματα Κοινωνιολογίας. Επίσης, έχει παρακολουθήσει μαθήματα Φιλοσοφίας στην Αγγλία. Εργάστηκε και εξακολουθεί έτσι ως επιχειρηματίας. Για χρόνια αρθρογραφούσε σε διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με κείμενα ιστορικού αλλά και ευρύτερου ενδιαφέροντος, όπως στο ΒΗΜΑ της Κυριακής, στο Protagon.gr, στη Lifo κ.α. Το «Λαθρεπιβάτης μιας ζωής» είναι το πρώτο του ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο ολοκληρώθηκε μετά από πολύχρονη έρευνα.
Στη διάρκεια της ζωής του, αντιμετώπισε τρεις διαφορετικές διαγνώσεις καρκίνου. Υποβλήθηκε σε χειρουργεία, χημειοθεραπείες και ακτινοβολίες, με αξιοθαύμαστη αντοχή και επιμονή. Αυτές οι βαθιές εμπειρίες διαμόρφωσαν όχι μόνο τη στάση του απέναντι στην ύπαρξη, τη θνητότητα και τη μεταμόρφωση, αλλά διαποτίζουν και το συναισθηματικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο της γραφής του.
Η εμπειρία του στον επιχειρηματικό κόσμο, διαμορφωμένη μέσα από δεκαετίες αναλυτικής και διαπροσωπικής δράσης, προσδίδει στην αφηγηματική του φωνή διαύγεια και βάθος.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ξ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Είχα την τύχη να μεγαλώσω στην Αθήνα της δεκαετίας του ’70 και του ’80, σε μια πόλη που διατηρούσε ακόμη έναν βαθμό αθωότητας: λιγότερο βιαστική, κάπως πιο ανάλαφρη, με δόσεις αυθορμητισμού. Γειτονιές με παλμό, ενώ εμείς κινούμασταν ελεύθερα, με μια σχεδόν αυτονόητη εμπιστοσύνη στον κόσμο· η αμεριμνησία δεν ήταν κατάκτηση αλλά φυσική κατάσταση, όπως και η άμεση σχέση με τον χώρο και τη φύση που μας διαμόρφωνε αδιαμεσολάβητα. Μέσα σε τέτοια ακατέργαστη καθημερινότητα γνωρίσαμε μια αβίαστη κοινωνικότητα. Σήμερα, τα παιδικά μου χρόνια επιστρέφουν ως εσωτερικός χώρος λύτρωσης, τρυφερά και νοσταλγικά, ποτέ όμως ως μετάνοια. Δεν πιστεύω άλλωστε στην εκ των υστέρων αναθεώρηση – ό,τι υπήρξε, υπήρξε με τη δική του αναγκαιότητα.
«Π»: Έχετε σπουδάσει στη Γερμανία νομικά και κοινωνιολογία και έχετε παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας στην Αγγλία. Πώς συνάδουν αυτά με την επιχειρηματικότητα;
Β.Ξ.ΣΠ.: Ακολούθησα τις νομικές σπουδές στη Γερμανία κυρίως υπό το βάρος της οικογενειακής παράδοσης, ενώ παράλληλα στράφηκα στην κοινωνιολογία και αργότερα στη φιλοσοφία στην Αγγλία· ίσως, με περισσότερη τόλμη να είχα κινηθεί προς την ιστορία ή τις πολιτικές επιστήμες. Δεν επιμένω όμως σε αυτό, η πορεία του καθενός υφαίνει τη δική του διαδρομή. Οι σπουδές μου δεν λειτούργησαν ως εργαλείο, αλλά ως τρόπος θέασης: μου έμαθαν να αναγνωρίζω δομές, να εντάσσω τη δράση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Έτσι, η επιχειρηματική μου δραστηριότητα δεν εξαντλείται στο αποτέλεσμα, αλλά συνδέεται με ευθύνη και αξίες – εκεί όπου συναντώνται η σκέψη και η πράξη.
«Π»: Αρθρογραφούσατε για χρόνια σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως στο «Βήμα της Κυριακής», στο Protagon, στη Lifo. Θέλετε να μας πείτε τα θέματα με τα οποία καταπιανόσασταν;
Β.Ξ.ΣΠ.: Πράγματι είχα μια εξαίρετη συνεργασία με τα μέσα που αναφέρατε. Κατ’αρχάς οφείλω να ευχαριστήσω τους κύριους Γιάννη Πρετεντέρη, Σταύρο Θοδωράκη και Άρη Δημοκίδη για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν, αλλά και για την απρόσκοπτη συνεργασία. Σχετικά με την ερώτηση σας, η θεματογραφία της αρθρογραφίας μου ήταν κυρίως εστιασμένη στην ιστορία, με κάπως φιλοσοφικό υπόβαθρο. Μάλιστα στο Protagon είχα κάνει μια σειρά για πνευματικές προσωπικότητες των 19ου και 20ου αιώνα, όπως για τον αναρχικό πρίγκηπα Κροπότκιν, τον Τολστόυ και άλλους.
«Π»: «Λαθρεπιβάτης μιας ζωής», το πρώτο ιστορικό σας μυθιστόρημα. Τί πραγματεύεται;
Β.Ξ.ΣΠ.: Αφορά την ιστορία της Ρωσίας, με αναφορές στην ευρύτερη ευρωπαϊκή διαδρομή, από το 1881 και τη δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου Β΄ – από τις πρώτες τρομοκρατικές ενέργειες της νεότερης εποχής – έως το 1918, με την κατάρρευση της αυτοκρατορικής Ρωσίας, την παροδική διακυβέρνηση Κερένσκι και την επικράτηση των Μπολσεβίκων του Λένιν. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του επαναστατικού κινήματος, τις κοινωνικές εντάσεις και τη διάλυση μιας μακραίωνης δεσποτείας, φωτίζοντας παράλληλα τον εθελοτυφλισμό και την αλαζονεία της εξουσίας, την ενίσχυση ακραίων δογματισμών· τελικά τη μεταξύ τους σύγκρουση μέχρι αφανισμού. Πέρα από το ιστορικό πλαίσιο, το βιβλίο επιχειρεί να συνομιλήσει με το παρόν: τις στιγμές όπου η πραγματικότητα εκτρέπεται της καθεστηκύιας ισορροπίας, παρασυρμένη από αυτή την ορμή της, έως ότου καταλήξει βίαια σε μια νέα συνθήκη. Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για μια αφήγηση με θέμα το διαρκές εκκρεμές μεταξύ τάξης και αποδιάρθρωσης. Και ίσως τελικά, για τη βαθιά ανθρώπινη δυσκολία να αποδεχθούμε αυτή την ταλάντωση: την τάση εγκλωβισμού σε ό,τι έχει ήδη παρέλθει, το πλέον ανορθολογικό…
«Π»: Για αυτό το πόνημα σας, κατά την πολύχρονη έρευνα σας, ποιες ήταν οι πηγές σας; Χρειάστηκε να ταξιδέψετε για αυτές;
Β.Ξ.ΣΠ.: Η έρευνα ήταν, όπως αναφέρατε, πολύχρονη και επίπονη· ακόμη περισσότερο η συγγραφή, καθώς μεγάλο μέρος της πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου ασθένειας και θεραπειών. Σε ό,τι αφορά τις πηγές, στηρίχθηκα τόσο σε πρωτογενές υλικό – ημερολόγια, μαρτυρίες – όσο και σε δευτερογενείς μελέτες. Παράλληλα ταξίδεψα στη Ρωσία, όχι μόνο για να επισκεφθώ τους τόπους όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, αλλά και για να προσεγγίσω, όσο είναι δυνατόν, το πνεύμα και την ιδιοσυγκρασία αυτής της απέραντης και συχνά παρεξηγημένης χώρας. Έχω την αίσθηση ότι στη Δύση η εικόνα της Ρωσίας διαμορφώνεται συχνά μέσα από προκαταλήψεις ή αποσπασματικές αναγνώσεις της ιστορίας. Ένας από τους στόχους του βιβλίου είναι, έστω και διακριτικά, να συμβάλει σε μια πιο σύνθετη και ουσιαστική κατανόηση αυτού του κόσμου.
«Π»: Τί πιστεύετε ότι θα συναρπάσει τον αναγνώστη στο βιβλίο σας;
Β.Ξ.ΣΠ.: Δεν θα ήθελα να παρεξηγηθώ λέγοντας ότι ο «Λαθρεπιβάτης μιας ζωής» δεν αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό ή σε μια εύκολη συναισθηματική φόρτιση. Απευθύνεται σε αναγνώστες που είναι διατεθειμένοι να προσεγγίσουν την ιστορική εμπειρία με ανοιχτή ματιά και καρδιά, πέρα από έτοιμες βεβαιότητες και ιδεολογικές αγκυλώσεις. Η αφήγηση κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές οπτικές, της αριστοκρατίας και του λαού, επιχειρώντας να φωτίσει την πολυπλοκότητα των γεγονότων χωρίς απλουστεύσεις. Περισσότερο από το να δώσει απαντήσεις, επιδιώκει να γεννήσει ερωτήματα, να μετατοπίσει ορισμένες παγιωμένες αντιλήψεις, προτείνοντας μια λιγότερο βέβαιη, αλλά ίσως πιο ουσιαστική ανάγνωση της ιστορίας. Όχι για να αποδομήσει την τελευταία, αλλά για να την απογυμνώσει από τις ψευδαισθήσεις όποιας βεβαιότητας.
«Π»: Τί είναι για εσάς η γραφή;
Β.Ξ.ΣΠ.: Θα δώσω μια σύντομη απάντηση, που ίσως φανεί κοινότυπη. Η γραφή είναι μια αναμέτρηση με το βαθύτερο «εγώ»· διαδικασία απογύμνωσης από τα βάρη της διαδρομής, μια προσπάθεια επιστροφής στο πρωταρχικό. Είναι μια εσωτερική μετατόπιση: η ανάγκη να αφήσεις πίσω ό,τι περιττό, να πλησιάσεις, όσο γίνεται, αυτό που διαρκώς διαφεύγει. Είναι η δική μου οδός προς αυτό που άλλοι ονομάζουν θεϊκό, άλλοι «Όλον». Για μένα είναι, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, προσπάθεια αποδέσμευσης από το αποσπασματικό. Εντέλει εκδήλωση της πιο βαθιάς ζωτικότητας.
«Π»: Αγαπημένοι σας Έλληνες και ξένοι συγγραφείς;
Β.Ξ.ΣΠ.: Με κατευθύνετε σε στενωπό… Αν έπρεπε να ξεχωρίσω αγαπημένους συγγραφείς, από τη γερμανική παράδοση θα επέλεγα τον Thomas Mann και τον Hermann Hesse, από τη ρωσική τον Fyodor Dostoevsky, τον Alexander Pushkin και τον Vasily Grossman. Θα πρόσθετα με έμφαση τον Victor Hugo αλλά και τον Bertrand Russell για τη διαύγεια του στοχασμού. Από Έλληνες, αισθάνομαι ιδιαίτερη εγγύτητα με τον Γιώργο Σεφέρη, τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη. Πρόκειται για δημιουργούς που, ο καθένας με τον τρόπο του, συνδέουν τη λογοτεχνία με τον στοχασμό – μια κατεύθυνση που αισθάνομαι ότι εκφράζει ιδιαίτερα την ιδιοσυγκρασία μου.
«Π»: Τί διαβάζετε;
Β.Ξ.ΣΠ.: Διαβάζω με έναν περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένο προσανατολισμό: για μένα η μελέτη δεν είναι απλώς γνώση, αλλά μέσο διαμόρφωσης στάσης απέναντι στον κόσμο, μεθοδολογία βίωσης. Με ενδιαφέρουν κυρίως πεδία όπως η ιστορία, η φιλοσοφία και η κοσμολογία – γενικότερα η εξέλιξη των ιδεών και η θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτήν. Μέσω της ανάγνωσης επιζητώ μια σύγκλιση της ηθικής με την ίδια τη ζωή, μακριά από όποια στενά εγωκεντρική θεώρηση.
«Π»: Πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα στο χώρο της επιχειρηματικότητας;
Β.Ξ.ΣΠ.: Δεν θεωρώ ότι η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση· εντάσσεται στο ίδιο παγκόσμιο πλαίσιο, όπου ο καπιταλισμός από οικονομικό μοντέλο έχει αναχθεί σε τρόπο ζωής. Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά οι στρεβλώσεις, αλλά ότι η λογική του κέρδους απορροφά κάθε άλλη αξία. Στην Ελλάδα αυτό εκδηλώνεται εντονότερα, με μια επιχειρηματικότητα συχνά αμυντική και βραχυπρόθεσμη, αποσυνδεδεμένη από την κοινωνική ευθύνη. Έτσι, η ανάπτυξη δεν ταυτίζεται με ευημερία ούτε η επιτυχία με νόημα. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς βελτίωση, αλλά επανατοποθέτηση σε ένα πλαίσιο αξιών, όπου η δράση συνδέεται με ευθύνη και κοινό όφελος.
«Π»: Σε τί θα μπορούσε να επενδύσει κάποιος στην Ελλάδα σήμερα, κατά τη γνώμη σας;
Β.Ξ.ΣΠ.: Οι επενδύσεις, όπως και κάθε τι στη ζωή, έχουν τη δική τους δυναμική· υπακούουν σε συνθήκες και συχνά σε «αόρατους» παράγοντες που καθορίζονται από τη συγκυρία και την εξέλιξη. Σε μια περίοδο τόσο ρευστή, χωρίς υπερβολή «σεισμογενή», όπου διαφαίνεται ότι μεταβαίνουμε σε κάτι νέο, δεν θεωρώ ότι μπορώ να υποδείξω κατευθύνσεις. Αν ωστόσο μιλούμε σε επίπεδο κοινωνίας, θα έλεγα πως η ουσιαστικότερη επένδυση είναι στην παιδεία – όχι ως εκπαίδευση, αλλά ως καλλιέργεια. Μια παιδεία που διαμορφώνει ανθρώπους – όχι «εργαλεία» μιας κατακερματισμένης νόησης· που επαναφέρει τον άνθρωπο σε σχέση μέτρου με τη φύση, με αυτά τα όρια του. Διότι αν δεν επιδιώξουμε συνειδητά μια τέτοια μετατόπιση, ενέχει ο κίνδυνος – αν όχι η βεβαιότητα, όπως έχει δείξει επανειλημμένα η ιστορία – να μας αιφνιδιάσουν οι εξελίξεις. Σε αυτό το σταυροδρόμι είτε θα αναλάβουμε με συνέπεια και αυτοσυγκράτηση την ευθύνη της πορείας μας είτε θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το τίμημα μιας λογικής που εξαντλείται στο άμεσο και στο ωφελιμιστικό, καταλήγοντας τελικά στο πρόσκαιρο και στην απαξία.
«Π»: Τεχνητή νοημοσύνη, αυτό το τεχνολογικό άλμα τί μας φέρνει;
Β.Ξ.ΣΠ.: Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μια αποσπασματική εξέλιξη· αποτελεί τη φυσική προέκταση μιας διαδρομής που ξεκινά από τη βιομηχανική επανάσταση και καταλήγει σε ένα καθολικό μοντέλο ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο καπιταλισμός έπαψε να είναι οικονομική θεωρία και έγινε κανονιστική αρχή, υποτάσσοντας τα πάντα στη λογική της απόδοσης. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος που δεν εξελίσσεται αλλά διογκώνεται, φτάνοντας σε ένα σημείο ασφυκτικού κορεσμού και κατακερματισμού. Η εξέλιξη, όμως, δεν ανέχεται την ασφυξία – τη διαρρηγνύει. Έτσι, η τεχνητή νοημοσύνη δεν εμφανίζεται ως λύση, αλλά ως επιταχυντής: μπορεί να εξισορροπήσει ή να αποδιαρθρώσει περαιτέρω την πραγματικότητα. Το κρίσιμο όμως δεν είναι η ίδια, αλλά ο άνθρωπος. Και αυτός, παρά την επίκληση της λογικής, παραμένει μάλλον ανίκανος του μέτρου, οδηγώντας κάθε φορά την εξέλιξη σε βαθύτερες κρίσεις.
«Π»: Είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε τα οφέλη, αλλά και τις ζημίες της τεχνητής νοημοσύνης;
Β.Ξ.ΣΠ.: Δεν είμαι βέβαιος ότι ο άνθρωπος είναι έτοιμος να διαχειριστεί την τεχνητή νοημοσύνη μετρημένα. Αντιθέτως, η ιστορία δείχνει ότι κάθε τι νέο τον συναρπάζει και ο εγγενής ενθουσιασμός τον ωθεί σε υπερβολές – καταλήγει έρμαιο των παθογενειών του. Σε έναν κόσμο όπου το υλικό όφελος έχει αναχθεί σε κυρίαρχη αξία, η τεχνητή νοημοσύνη μάλλον θα πραγματωθεί ασύδοτα, οπωσδήποτε με υπερβολές, πιθανότατα κακόβουλα, δημιουργώντας συνθήκες αποσταθεροποίησης και αποσύνθεσης. Θα προκαλέσει ρηγματώσεις στη συμπεριφορά, στη συμβίωση, εντείνοντας πρώτα την εντροπία μέχρι – ίσως κάποια στιγμή – να έλθει κάποια εξισορρόπηση.
«Π»: Υπάρχουν στην αγορά ευκαιρίες για επιχειρηματικότητα στους νέους;
Β.Ξ.ΣΠ.: Βεβαίως, ευκαιρίες υπάρχουν – όχι όμως με τη συνήθη έννοια. Δεν βρίσκονται τόσο στην αγορά, όσο στον τρόπο προσέγγισης. Σε ένα περιβάλλον κορεσμού και έντονου ανταγωνισμού, αναδύονται εκεί όπου υπάρχει κατανόηση, διαφοροποίηση και συνέπεια.
«Π»: Τί αποκομίσατε από το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίσατε;
Β.Ξ.ΣΠ.: Σε καμία περίπτωση δεν θα ονόμαζα «όφελος» ό,τι αποκόμισα, κάτι τέτοιο θα ήταν απλουστευτικό. Η κατά πρόσωπο αντιμετώπιση του οριστικού είναι μια βίαιη υπενθύμιση των ορίων: σε αναγκάζει να απογυμνώσεις τα περιττά – να διακρίνεις την ουσία από τον θόρυβο. Σε φέρνει σε άμεση σχέση με το άχρονο, την αποτίμηση της ύπαρξης… Αν κάτι μένει: η ζωή δεν είναι δεδομένη, μα κάτι που αξίζει να βιώσεις, συνειδητά. Και ίσως το πιο απλό, και πιο δύσκολο, μάθημα: η υγεία είναι ελευθερία.
Ό,τι έχει τιμή είναι ευτελές· η πραγματική αξία δεν αποτιμάται.
«Π»: Το βιβλίο σας, το ιστορικό μυθιστόρημα «Λαθρεπιβάτης μιας ζωής», πραγματώνεται κυρίως από το 1881 ως το 1918 στη Ρωσία – γιατί διαλέξατε αυτή την περίοδο;
Β.Ξ.ΣΠ.: Η περίοδος αυτή ανήκει σε εκείνες τις σπάνιες ιστορικές στιγμές όπου ο χρόνος συμπυκνώνεται, η πραγματικότητα υπερβαίνει τη λογική. Από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Β’ έως την επικράτηση των Μπολσεβίκων, μια τριών αιώνων «ευταξία» καταρρέει και το νέο επιβάλλεται μέσα από ρήξη, αποκαλύπτοντας την αλαζονεία των ελίτ, την εθελοτυφλία των κοινωνιών. Ο «Λαθρεπιβάτης μιας ζωής» παρακολουθεί αυτή τη μετάβαση — τη διάψευση μιας μακραίωνης σταθερότητας, την ανάδυση ενός μέχρι τότε αδιανόητου κόσμου. Αν θα έπρεπε να συνοψίσω: ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν το αποτέλεσμα μιας καθολικής αποχής από το μέτρο. Οι αυτοκρατορίες οδηγήθηκαν εκεί κυρίως, όχι μόνο από συμφέροντα, αλλά από αλαζονεία και πίστη στην ισχύ· ακύρωσαν τα όρια και επικαλέστηκαν τη βία. Τότε η ιστορία δεν εξελίσσεται· πραγματώνεται. Τελικά, οι όροι μάλλον δεν τίθενται από τον άνθρωπο, αλλά υπαγορεύονται από μια ευρύτερη τάξη, της οποίας αποτελούμε μέρος.
«Π»: Οδηγούμαστε εκ των πραγμάτων στον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως λέγεται ότι ξεκίνησε;
Β.Ξ.ΣΠ.: Συνήθως τα βαφτίσια ακολουθούν τη γέννηση. Δεν μπορώ να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Εκείνο, όμως, που διαφαίνεται είναι μια κλιμακούμενη αποσταθεροποίηση, μια συσσώρευση εντάσεων που παραπέμπει σε ιστορικά γνώριμα μοτίβα. Όταν το μέτρο εκλείπει και οι ισορροπίες διαρρηγνύονται, οι εξελίξεις τείνουν να αποκτούν τη δική τους δυναμική. Μάλλον πλησιάζουμε σε εκείνο το σημείο που υπαινίσσεται ο Μεφιστοφελής στον Φάουστ: «…κι όμως ό,τι υπάρχει, αξίζει κιόλας να χαθεί…».
«Π»: Έχετε σκεφτεί το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;
Β.Ξ.ΣΠ.: Βρίσκομαι ήδη στη διαδικασία συγγραφής του επόμενου βιβλίου μου, χωρίς όμως να μπορώ να πω περισσότερα προς το παρόν. Βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης – και τέτοιες διαδικασίες απαιτούν χρόνο και σιωπή, μέχρι να λάβουν τη μορφή που τους αρμόζει.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή