«Ένα ποίημα πετυχαίνει όταν κάνει κάποιον να νιώσει πως δεν είναι μόνος σε αυτό που αισθάνεται»

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Ένα ποίημα πετυχαίνει όταν κάνει κάποιον να νιώσει πως δεν είναι μόνος σε αυτό που αισθάνεται»

Ο συγγραφέας Χρήστος Κόκκινος μιλάει στη Μαίρη Λαρεντζάκη – Γκιώνη


Ο Χρήστος Κόκκινος γεννήθηκε το 1968 στη Γερμανία από Έλληνες γονείς μετανάστες και μεγάλωσε στην Ελλάδα, κουβαλώντας από νωρίς τις εικόνες της μετακίνησης, της αναζήτησης και της ανάγκης για ρίζες, στοιχεία που αργότερα θα επηρέαζαν βαθιά τη γραφή του. Οι σπουδές του επικεντρώθηκαν στους τομείς του Marketing και της Διοίκησης Επιχειρήσεων, ενώ για περισσότερα από 20 χρόνια δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στο χώρο των πωλήσεων και της επικοινωνίας με το κοινό. Η επαφή με διαφορετικούς ανθρώπους και ιστορίες της καθημερινότητας αποτέλεσε για τον ίδιο ένα άτυπο αλλά ουσιαστικό σχολείο παρατήρησης της ανθρώπινης φύσης.
Παράλληλα, η βαθιά του αγάπη για τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα για την ποίηση, τον οδήγησε στη συστηματική ενασχόληση με τη δημιουργική γραφή, παρακολουθώντας σεμινάρια γραφής και μελετώντας σύγχρονη και κλασική λογοτεχνία. Μέσα από αυτή τη διαδρομή διαμόρφωσε μια προσωπική γραφή με έντονο υπαρξιακό και συναισθηματικό χαρακτήρα, όπου κυριαρχούν οι θεματικές της μνήμης, του χρόνου, της αγάπης, της απώλειας, της ανθρώπινης μεταμόρφωσης.
Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στη Σκωτία, συνεχίζοντας να γράφει ποίηση και λογοτεχνική πρόζα. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Μεγάλες Νύχτες» από τις εκδόσεις Diania Publication, και την δίγλωσση ποιητική συλλογή (ελληνικά – αγγλικά) Στιγμές Αγάπης και Έρωτα από τις εκδόσεις Αποστακτήριο ενώ παράλληλα εργάζεται πάνω σε νέες ποιητικές και λογοτεχνικές συλλογές, καθώς και σε μυθιστορηματικό έργο.
Η γραφή του ισορροπεί ανάμεσα στον λυρισμό και την άμεση ανθρώπινη εξομολόγηση, επιχειρώντας να φωτίσει εκείνες τις μικρές εσωτερικές στιγμές που συχνά μένουν ανείπωτες.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ: Γεννήθηκα στη Γερμανία από Έλληνες γονείς οικονομικούς μετανάστες στα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Όταν ήμουν 1 έτους, με έστειλαν να ζήσω με τη θεία μου στη Θεσσαλονίκη. Έτσι μεγάλωσα ουσιαστικά μέσα σε δύο οικογένειες και δέχτηκα επιρροές και από τις δύο. Η μία ήταν μια τυπική ελληνική μικρομεσαία οικογένεια της εποχής με δυνατούς οικογενειακούς δεσμούς, πήρα πολλή αγάπη, φροντίδα και μια βαθιά αίσθηση του «ανήκειν». Παράλληλα όμως, η απόσταση από τους γονείς μου, σε μια εποχή χωρίς τις τεχνολογικές ευκολίες του σήμερα, με έμαθε από μικρό να διαχειρίζομαι την απουσία και την απώλεια. Νομίζω πως αυτό με ωρίμασε νωρίς και επηρέασε αργότερα τον τρόπο που βλέπω τους ανθρώπους και τη ζωή.
Όταν, κοντά στην εφηβεία, οι γονείς μου επαναπατρίστηκαν, πήγα να ζήσω μαζί τους και είχα την ευκαιρία να τους γνωρίσω πραγματικά, μέσα από την καθημερινή συνύπαρξη.
«Π»: Τί νιώθετε πως σας ώθησε στη λογοτεχνία;
ΧΡ.Κ.: Πιστεύω πως η απόσταση από τους γονείς μου ήταν εκείνη που με οδήγησε στη γραφή. Από πολύ μικρός άρχισα να τους γράφω γράμματα, ήταν ο μόνος τρόπος να γεφυρώσω την απουσία, να μοιραστώ σκέψεις και συναισθήματα που δεν μπορούσαν να ειπωθούν αλλιώς. Εκεί, πάνω στο χαρτί, ήταν ίσως η πρώτη φορά που προσπάθησα να δώσω μορφή σε όσα ένιωθα.
Αργότερα, η λογοτεχνία και ιδιαίτερα η ποίηση έγιναν για μένα κάτι περισσότερο από τρόπος έκφρασης. Έγιναν ένας τρόπος κατανόησης του εαυτού μου, των σχέσεων, της μνήμης, της απώλειας, αλλά και της ομορφιάς που συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και μέσα στις δυσκολίες.
«Π»: Τί είναι η ποίηση για εσάς;
ΧΡ.Κ.: Η ποίηση για μένα είναι ένας τρόπος να δίνω μορφή σε πράγματα που δύσκολα εξηγούνται με την καθημερινή γλώσσα. Μια προσπάθεια να μετατραπεί το συναίσθημα, και να αγγίξει και έναν άλλον άνθρωπο. Δεν τη βλέπω μόνο ως τέχνη ή τεχνική, τη βλέπω περισσότερο σαν εσωτερική ανάγκη. Κάποιες φορές λειτουργεί σαν καταφύγιο, άλλες σαν εξομολόγηση και άλλες σαν καθρέφτης που σε αναγκάζει να δεις αλήθειες που αποφεύγεις. Ένα ποίημα, για μένα, πετυχαίνει όταν κάνει κάποιον να νιώσει πως δεν είναι μόνος σε αυτό που αισθάνεται.
«Π»: Γιατί γράφετε;
ΧΡ.Κ.: Γράφω γιατί φοβάμαι τη λήθη. Οι άνθρωποι, οι στιγμές, οι συγκινήσεις χάνονται εύκολα μέσα στον χρόνο, μέσα από τις λέξεις προσπαθώ να διασώσω κάτι από αυτά. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη: η ανάγκη επικοινωνίας. Ακόμη κι όταν ένα κείμενο μοιάζει πολύ προσωπικό, αναζητά έναν άλλον άνθρωπο που θα αναγνωρίσει μέσα του ένα κομμάτι του εαυτού του. Εκεί βρίσκεται η δύναμη της ποίησης: στο ότι μετατρέπει κάτι βαθιά προσωπικό σε κοινή ανθρώπινη εμπειρία.
«Π»: Πώς είναι η ζωή στη Σκωτία; Με τί χρώμα θα περιγράφατε τη χώρα αυτή;
ΧΡ.Κ.: Η ζωή στη Σκωτία έχει μια ιδιαίτερη ηρεμία και εσωτερικότητα. Είναι μια χώρα που δεν σου αποκαλύπτεται εύκολα· χρειάζεται χρόνο για να την καταλάβεις. Οι άνθρωποι είναι πιο συγκρατημένοι, αλλά συχνά βαθιά ανθρώπινοι όταν σε πλησιάσουν. Η φύση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στην καθημερινότητα. Ο ουρανός αλλάζει συνεχώς, η βροχή και η ομίχλη δημιουργούν μια αίσθηση περισυλλογής, και οι μεγάλες εκτάσεις σε κάνουν να αισθάνεσαι μικρός αλλά πιο ήρεμος απέναντι στον χρόνο.
Αν έπρεπε να περιγράψω τη Σκωτία με χρώμα, θα έλεγα γκριζοπράσινη, το γκρι της ομίχλης και του βροχερού ουρανού, αλλά μαζί και το βαθύ πράσινο των δασών και μιας ήρεμης μελαγχολίας. Και όταν εμφανίζεται λίγο φως, το αισθάνεσαι πολύ πιο έντονα από ό,τι σε άλλους τόπους.
«Π»: Τί σας δίνει η Σκωτία συγκριτικά με την Ελλάδα;
ΧΡ.Κ.: Η Σκωτία μού έδωσε κυρίως την αίσθηση ότι μπορείς, ανεξάρτητα από ηλικία ή παρελθόν, να ξεκινήσεις ξανά.
Θα έλεγα πως μού έδωσε περισσότερο χώρο και χρόνο λόγω της απλότητας της να οργανώσω τη ζωή και τη σκέψη μου, ενώ η Ελλάδα παραμένει ο τόπος που διαμόρφωσε τον συναισθηματικό και ανθρώπινο πυρήνα μου. Και τα δύο κομμάτια υπάρχουν μέσα μου και επηρεάζουν τον τρόπο που ζω και γράφω.
«Π»: Μιλήστε μας για τις ποιητικές σας συλλογές από τις εκδόσεις Αποστακτήριο.
ΧΡ.Κ.: Η ποιητική μου δουλειά κινείται γύρω από τον άνθρωπο, τη μνήμη, τον χρόνο, τον έρωτα, την απώλεια και την εσωτερική μεταμόρφωση. Με ενδιαφέρει πολύ η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που ζούμε εξωτερικά και σε όσα συμβαίνουν σιωπηλά μέσα μας.
Η δίγλωσση συλλογή μου «Στιγμές Αγάπης και Έρωτα / Moments of Love and Passion» από τις εκδόσεις Αποστακτήριο, κινείται γύρω από τον έρωτα και την ανθρώπινη σύνδεση, όχι μόνο με ρομαντική έννοια. Τα ποιήματα αγγίζουν την επιθυμία, τη νοσταλγία, την απουσία, τη φθορά του χρόνου, αλλά και εκείνες τις μικρές στιγμές που αφήνουν έντονο αποτύπωμα. Προσπαθώ μέσα από απλές, συναισθηματικά φορτισμένες εικόνες να δημιουργήσω έναν χώρο όπου ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει δικά του βιώματα.
«Π»: Τί είναι ο έρωτας;
ΧΡ.Κ.: Ο έρωτας, για μένα, είναι ένα υγιές είδος «τρέλας». Μια δύναμη που ταράζει τη λογική, μας βγάζει από τη συνήθεια και μας κάνει να αισθανόμαστε πιο ζωντανοί. Δεν είναι μόνο συναίσθημα ή έλξη, είναι ένταση, επιθυμία, προσμονή, ανάγκη επικοινωνίας και βαθιά σύνδεση.
Όπως κάθε δυνατή δύναμη, μπορεί να γίνει δημιουργικός ή καταστροφικός. Όταν όμως έχει αλήθεια, σε κάνει πιο ανθρώπινο, πιο ευάλωτο αλλά και πιο γενναίο. Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο στοιχείο του.
«Π»: Αγάπη: μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει χωρίς αυτή;
ΧΡ.Κ.: Ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει χωρίς αγάπη, αλλά δύσκολα μπορεί να ζήσει πραγματικά χωρίς αυτήν. Και δεν εννοώ μόνο την ερωτική, εννοώ την ανάγκη να νιώθεις πως ανήκεις κάπου, πως σε νοιάζονται, πως υπάρχει κάποιος που βλέπει την ύπαρξή σου και την αναγνωρίζει.
Από την παιδική ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής, όλοι αναζητούμε αποδοχή, τρυφερότητα και σύνδεση. Χωρίς αυτά, ο άνθρωπος συχνά σκληραίνει ή κλείνεται μέσα του. Η αγάπη είναι αυτό που δίνει νόημα σε πολλά από όσα κάνουμε.
«Π»: Αγαπημένοι λογοτέχνες;
ΧΡ.Κ.: Από την ελληνική ποίηση ξεχωρίζω τον Τάσο Λειβαδίτη για την ανθρωπιά, τη μελαγχολία και τον τρόπο που έδωσε φωνή στους μοναχικούς και ευάλωτους ανθρώπους, και τον Γιάννη Ρίτσο για την εσωτερικότητα και τη διαχρονικότητα της σκέψης του. Ιδιαίτερη θέση έχει για μένα η Κατερίνα Γώγου, με αγγίζει η ωμή ειλικρίνεια και η υπαρξιακή αγωνία που υπάρχει στα κείμενά της. Δεν φοβήθηκε να εκθέσει την πληγή και την οργή χωρίς ωραιοποίηση. Από ξένους συγγραφείς ξεχωρίζω τον Charles Bukowski για την άμεση και ανεπιτήδευτη γραφή του, και τον Dario Fo, ιδιαίτερα όταν γράφω πρόζα, με ενδιαφέρει ο τρόπος που συνδύαζε κοινωνικό σχόλιο, σάτιρα και ανθρώπινη τραγικότητα μέσα από μια γλώσσα ζωντανή και βαθιά θεατρική.
«Π»: Θέλετε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες μας δικούς σας ξεχωριστούς στίχους;
ΧΡ.Κ.: Βεβαίως. Κάποιοι στίχοι από το ποίημα «Τέσσερα Βήματα» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου «Στιγμές Αγάπης και Έρωτα»:
Όταν σε πρωτοείδα,
νομίζω η καρδιά μου
έχασε έναν χτύπο.
Τον πήρες εσύ.
Σαν να ξεκουρδίστηκε,
κι αποφάσισε
να παίζει σε άλλον ρυθμό,
σιγόντο στη δική σου.
Όταν σε ερωτεύτηκα,
ένιωσα όπως όταν,
απ’ την παγωνιά,
μπαίνεις σε ζεστό δωμάτιο.
Όπως όταν, απ’ τον ύπνο,
ξυπνάς μ’ ένα χάδι.
Όπως όταν το τώρα
παύει να ’ναι στιγμή,
και μοιάζει αιώνιο.
«Π»: Η λυρική ποίηση έχει, στην εποχή μας, απήχηση;
ΧΡ.Κ.: Εξαρτάται τι εννοούμε με τον όρο «λυρική ποίηση». Αν τον περιορίσουμε στο τυπωμένο ποίημα και στη λογοτεχνική σελίδα, τότε ναι, η απήχησή της έχει περιοριστεί σε ένα μικρότερο κοινό. Αν όμως την κατανοήσουμε ευρύτερα, συμπεριλαμβάνοντας και τη στιχουργική των τραγουδιών, τότε η λυρική ποίηση δεν έχει χάσει ποτέ την απήχησή της απλώς άλλαξε σκηνή.
Ένας στίχος του Μίκη Θεοδωράκη πάνω σε λόγια του Ρίτσου έφτασε σε εκατομμύρια ανθρώπους. Σήμερα, ένα τραγούδι με δυνατή στιχουργική ταξιδεύει σε δευτερόλεπτα σε όλο τον κόσμο. Ο κόσμος απομνημονεύει στίχους τραγουδιών χωρίς καν να το συνειδητοποιεί, και αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από ποίηση που στάθηκε μέσα του. Η διαφορά είναι το μέσο, όχι η ουσία. Και η ουσία, η ανάγκη του ανθρώπου να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε μια φράση, να νιώσει ότι κάποιος είπε αυτό που ο ίδιος δεν μπορούσε να εκφράσει, παραμένει αναλλοίωτη. Με αυτή την έννοια, η λυρική ποίηση δεν αντιμετωπίζει κρίση απήχησης. Αντιμετωπίζει κρίση αναγνώρισης, δηλαδή, σπάνια αναγνωρίζεται ως ποίηση εκεί που υπάρχει.
«Π»: Τί αποτύπωμα θέλετε να αφήσετε με τη γραφή σας;
ΧΡ.Κ.: Θα ήθελα η γραφή μου να αφήσει ένα ανθρώπινο αποτύπωμα. Όχι απαραίτητα ένα μεγάλο όνομα, αλλά μια αληθινή αίσθηση μέσα στον άνθρωπο που θα διαβάσει έναν στίχο μου. Αν κάποιος, μέσα σε μια δύσκολη νύχτα, νιώσει λιγότερο μόνος επειδή διάβασε κάτι δικό μου, τότε θεωρώ πως η ποίηση πέτυχε τον σκοπό της. Θέλω επίσης να αφήσω την υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο οι υποχρεώσεις και η επιβίωση, είναι και μνήμη, έρωτας, φόβος, όνειρο, ελευθερία, αντίσταση. Αυτά προσπαθώ να διασώσω μέσα από τη γραφή μου.
«Π»: Το ταξίδι στην ποίηση τι χαρές και τι λύπες μάς δίνει;
ΧΡ.Κ.: Η ποίηση μού χαρίζει πρώτα απ’ όλα έναν άλλο τρόπο να βλέπω τον κόσμο. Μου δίνει τη χαρά της έκφρασης, εκείνη τη σπάνια στιγμή που κάτι άμορφο μέσα μου βρίσκει επιτέλους λέξεις. Μου προσφέρει ακόμη μια μορφή ελευθερίας: να είμαι ευάλωτος χωρίς ντροπή, θυμωμένος χωρίς μάσκα, τρυφερός χωρίς άμυνα. Όμως η ποίηση έχει και μοναξιά. Για να γράψω αληθινά, πολλές φορές χρειάζεται να κατέβω σε σκοτεινά σημεία του εαυτού μου, να ξαναδώ απώλειες, φόβους και τραύματα. Κάποιες φορές νιώθω πως ο ποιητής γίνεται ένας άνθρωπος που αισθάνεται υπερβολικά.
«Π»: Είναι παρηγορητική η λογοτεχνία;
ΧΡ.Κ.: Πιστεύω πως η λογοτεχνία μπορεί να γίνει βαθιά παρηγορητική. Όχι γιατί εξαφανίζει τον πόνο, αλλά γιατί κάνει τον άνθρωπο να νιώθει πως δεν είναι μόνος μέσα σε αυτόν. Όταν διαβάζουμε ένα ποίημα και αναγνωρίζουμε μέσα του δικούς μας φόβους ή αγάπες, συμβαίνει κάτι πολύ ανθρώπινο: καταλαβαίνουμε ότι κάποιος άλλος πέρασε από εκεί πριν από εμάς και βρήκε τρόπο να το μετατρέψει σε λόγο. Η λογοτεχνία δίνει μορφή σε πράγματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ούτε στους ίδιους μας τους εαυτούς, και αυτό από μόνο του είναι ανακούφιση.
«Π»: Τί αγαπάτε στην Ελληνική γλώσσα;
ΧΡ.Κ.: Αυτό που αγαπώ στην ελληνική γλώσσα είναι ο πλούτος και οι αποχρώσεις της. Δεν μένει μόνο στις μεγάλες, βασικές έννοιες, αλλά διαθέτει μια ολόκληρη παλέτα λέξεων που επιτρέπουν να εκφράσουμε ακόμα και τις πιο λεπτές εσωτερικές μετακινήσεις της ψυχής. Μπορούμε να μιλήσουμε για χαρμολύπη, νοσταλγία, καημό, λαχτάρα, προσμονή, συναισθήματα που δεν είναι μονοδιάστατα, αλλά μίξεις. Αυτό δίνει στη γλώσσα μια σπάνια ακρίβεια στην έκφραση. Βέβαια, αναγνωρίζω πως ίσως αυτό να οφείλεται και στη βαθύτερη οικειότητα με τη μητρική μου γλώσσα. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα μέσα στην οποία μπορώ να εκφραστώ πιο αβίαστα και πιο αληθινά, και ίσως αυτή να είναι η πραγματική σημασία της μητρικής γλώσσας: όχι μόνο να επικοινωνείς μέσα από αυτήν, αλλά να κατοικείς συναισθηματικά μέσα στις λέξεις της.
«Π»: Ενημερώνεστε για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα;
ΧΡ.Κ.: Ναι, παρακολουθώ όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και νομίζω πως η εικόνα της χώρας σήμερα είναι αρκετά αντιφατική. Από τη μία, φαίνεται πως έχουμε αφήσει πίσω μας τις πιο ακραίες στιγμές της κρίσης. Από την άλλη όμως, πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν με πίεση: ακρίβεια, υψηλό κόστος ζωής, δυσκολία να χτίσουν μέλλον και μια αίσθηση πως οι αδικίες συχνά μένουν χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση.
Αυτό που με απασχολεί περισσότερο δεν είναι η οικονομία, αλλά η ψυχολογία της κοινωνίας. Βλέπω κόπωση, θυμό και απογοήτευση, ιδιαίτερα στους νεότερους ανθρώπους, που παλεύουν να ονειρευτούν χωρίς να αισθάνονται πως απλώς επιβιώνουν. Παράλληλα όμως, βλέπω και κάτι πολύ ελληνικό: αντοχή. Παρά τις δυσκολίες, οι άνθρωποι συνεχίζουν να δημιουργούν, να ερωτεύονται, να στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Ίσως τελικά η Ελλάδα να είναι πάντα μια χώρα αντιθέσεων· μεγάλης ομορφιάς και μεγάλης ταλαιπωρίας μαζί.
«Π»: Τί σας στενοχωρεί;
ΧΡ.Κ.: Με στενοχωρεί η απώλεια της ανθρώπινης επαφής. Ζούμε πιο συνδεδεμένοι τεχνολογικά από ποτέ, αλλά συχνά πιο απομονωμένοι ψυχικά. Βλέπω ανθρώπους να δυσκολεύονται να μιλήσουν αληθινά, να ακούσουν, να αγγίξουν ο ένας τον άλλον χωρίς φόβο ή προσωπείο. Με στενοχωρεί επίσης η ταχύτητα με την οποία περνάμε πάνω από τα πράγματα, πόνος, άνθρωποι, σχέσεις, όλα καταναλώνονται γρήγορα. Και ίσως περισσότερο με θλίβει όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τον εσωτερικό τους κόσμο· όταν σταματούν να ονειρεύονται ή να πιστεύουν πως αξίζουν κάτι καλύτερο από μια ζωή καθαρής επιβίωσης.
«Π»: Τί ετοιμάζετε;
ΧΡ.Κ.: Αυτό το διάστημα δουλεύω πάνω σε μια νέα ποιητική συλλογή με τίτλο «Μεταβάσεις» μια συλλογή γύρω από τη μετάβαση του ανθρώπου από μία κατάσταση σε μια άλλη: τη ζωή και τον θάνατο, τον χωρισμό, την απώλεια, τις ηλικιακές αλλαγές και τις εσωτερικές μεταμορφώσεις που κουβαλά ο χρόνος.
Παράλληλα εργάζομαι πάνω στον «Ασφόδελο Κύκλο», ένα έργο γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο με έντονα στοιχεία μυθολογίας και υπαρξιακής αναζήτησης, απαιτητικό τόσο γλωσσικά όσο και συναισθηματικά. Βέβαια, η γραφή δεν περιορίζεται ποτέ σε ένα σχέδιο. Πάντα ακολουθώ και τις ιδέες που έρχονται απρόσμενα, έτσι γράφονται συχνά ποιήματα που ίσως κάποια στιγμή βρουν τον δικό τους δρόμο σε ένα μελλοντικό έργο.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή