Γράφει η Γεωργία Γούλα, Γραφίστρια (Πτυχιούχος B.Α. Graphic Design), Συγγραφέας, Απόφοιτη σχολής ΜΕΧΑ
Κάποτε, η προτροπή του τίτλου ακουγόταν πολύ συχνά καθώς το λουκούμι δεν έλειπε από κανένα ελληνικό σπίτι κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου και γλύκαινε τους ουρανίσκους σε γιορτές, αλλά και σε ιδιαίτερα ευχάριστα γεγονότα, όπως γάμους, βαπτίσεις, αρραβώνες.
Επίσης, τα παλιά ελληνικά καλοκαίρια τα θυμόμαστε με νοσταλγία καθώς τα έχουμε συνδέσει με μια επίσκεψη στο χωριό σε συγγενικό σπίτι ή το σπίτι του παππού και της γιαγιάς, να μας φιλεύει λουκούμι και αυτό να λιώνει στο στόμα μας, με ένα δροσερό ποτήρι νερό από το πηγάδι, από τη στέρνα. Γιατί, κάποιοι από εμάς σταθήκαμε τυχεροί και ζήσαμε αυτά τα ελληνικά καλοκαίρια!
Ακόμα, το λουκουμάκι σερβίρονταν στα καφενεία του χωριού, με μια βυθισμένη οδοντογλυφίδα στο μαλακό και αρωματικό κέντρο του, όπου συνόδευε συνήθως τον ελληνικό καφέ, αλλά και το τσίπουρο ή το ούζο. Πάνω στον επιτοίχιο μαυροπίνακα του καφενείου, γραμμένο με λευκή κιμωλία, αναγράφονταν οι τιμές των προϊόντων και το λουκούμι, σαφέστατα, κατείχε ξεχωριστή θέση γλυκίσματος.
Και μην λησμονούμε το πατροπαράδοτο μοναστηριακό κέρασμα, αυτό το ευλογημένο κέρασμα στο αρχονταρίκι της εκάστοτε Μονής, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας μας, αρωματισμένο το προσφέραν συνοδευόμενο από θεία ευλογία. Συνεπώς, το λουκούμι θεωρείται παραδοσιακό γλύκισμα, λαϊκό κέρασμα της παράδοσης, καθώς είναι αξεπέραστο σε γεύση, υφή και άρωμα αλλά και με μακραίωνη ιστορία. Ας κάνουμε παρέα μια αναδρομή γύρω από την προέλευση και την πορεία του.
Η ακριβής προέλευσή του δεν μπορεί να οριστεί με απόλυτη βεβαιότητα. Το λουκούμι πρωτοεμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα, υπάρχουν πολλές εκδοχές όσον αφορά τη προέλευσή του.
Η μια είναι ότι οι γλυκές ρίζες του μας έρχονται από την Κωνσταντινούπολη, η άλλη ότι κάποιος ζαχαροπλάστης ονόματι Χατζή Μπεκίρ, επινόησε το λουκούμι, όταν άκουσε τον σουλτάνο να φωνάζει θυμωμένος και να ζητά ένα μαλακό γλύκισμα, επειδή έσπασε το δόντι του. Άκου τώρα, με σπασμένο δόντι και ήθελε γλυκό!
Στην Ελλάδα έφτασε από την Κωνσταντινούπολη αρχές του 19ου αιώνα. Οι Έλληνες λουκουμοποιοί πρόσθεσαν πασίδηλα τα δικά τους υλικά ως προς την παρασκευή του, σε σχέση με την αρχική συνταγή και φτάσαμε σήμερα να μιλάμε για τα υπέροχα και ξακουστά λουκούμια της Σύρου, της Χίου, των Πατρών, της Ηπείρου, τα Αιγινήτικα, των Σερρών, καθώς κάθε επαρχιακή πόλη διαθέτει τη δική της ξεχωριστή βιοτεχνία λουκουμιών.
Των Σερρών το λένε και ακανές, είδος λουκουμιού είναι και αυτό με συμπυκνωμένη, βουτυρένια και μεστή γεύση! Στη Χίο, για παράδειγμα, πρόσθεσαν την υπέροχη και μοναδική χιώτικη μαστίχα που προσέδιδε ιδιαίτερη, ξεχωριστή γεύση στο γλύκισμα!
Η πρώτη παρασκευή έγινε το 1832 και έκτοτε δεν σταμάτησε ως τις μέρες μας, με πολλές παραλλαγές στη γεύση, αλλά πρωτίστως με γνώση, μεράκι και αγάπη για το λουκούμι, το οποίο εντάχθηκε στην γαστρονομική παράδοση του τόπου μας, στο πολιτιστικό παζλ μας, μιας και διοργανώνετε κάθε χρόνο και Φεστιβάλ λουκουμιού.
Το γνωστό «Λουκούμι Γεροσκήπου», στην Κύπρο αποτελεί το πιο γνωστό και αναγνωρίσιμο παραδοσιακό γλυκό της.
Επίσης, οι παραλλαγές του λουκουμιού πολλές με αμύγδαλο, φυστίκι Αιγίνης, ανάμεικτα με ξηρούς καρπούς, με ινδική καρύδα, με χιώτικη μαστίχα, με μέλι, καρύδι, αμύγδαλο ή το σκέτο. Από γεύσεις, ουκ ολίγες, όπως το πιο αρωματικό απ’ όλα το κατακόκκινο τριαντάφυλλο, το πέργαμο, δηλαδή το περγαμόντο, πορτοκάλι, λεμόνι, το εξαιρετικό μουστολούκουμο των Πατρών σε τεράστιο τριγωνικό σχήμα, για ατέρμονη απόλαυση και τυλιγμένο σε ασημόχαρτο, απλά διαχρονικό και αξεπέραστο. Επίσης, η νέα εκδοχή με κράνμπερις, με γεύση καφέ, με σοκολάτα και ό,τι άλλο μπορούν να εμπνευστούν οι Έλληνες γαστρονόμοι, «καλλιτέχνες» της γεύσης, ώστε να απογειώσουν το μαλακό αυτό γλύκισμα! Ακόμα τα χρώματα του ποικίλουν ανάλογα με τη γεύση, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, λευκό, ανοιχτό της βανίλιας, καθώς και με τα υλικά που είναι φτιαγμένο, όπως προαναφέρθηκε.
Επιπρόσθετα, η παρασκευή λουκουμιού παλιότερα έφερε οικονομική άνθηση και σε άλλα επαγγέλματα, όπως για παράδειγμα, δημιούργησε βιοτεχνίες που έφτιαχναν κουτιά, κασετίνες όπως τις έλεγαν, για τοποθέτηση των λουκουμιών, ως προσφορά, ως δώρο, η δημιουργία ετικετών του προϊόντος, η επιμέλεια αυτών για την καλύτερη διαφήμιση και προώθηση του λουκουμιού, συνεπώς για την προώθηση του τοπικού προϊόντος. Με αποτέλεσμα να αποτελέσει προϊόν τουριστικής περιόδου και προσφοράς ή ως χειρονομία φιλοξενίας.
Στις μέρες μας, ακόμα αποτελεί ένα δημοφιλές έθιμο, αλλά ταυτόχρονα και τουριστικό προϊόν, που αναδυκνύει τα εγχώρια προϊόντα μας στο εξωτερικό. Οι επισκέπτες φεύγοντας από τη χώρα μας πάντα παίρνουν μαζί τους και από ένα πακέτο λουκούμια που να θυμίζει Ελλάδα, πάντα με προσεγμένο, κομψό αμπαλάζ, ώστε το δώρο προσφοράς να είναι εκλεπτυσμένο, εκτός από πεντανόστιμο για φίλους και συγγενείς. Κατά συνέπεια, τα λουκούμια αποτελούν ένα δώρο με πολιτιστική σημασία.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι συνηθίζονται συχνά και κάποιες εκφράσεις γύρω από το όνομά του, όπως «τον/την/το κοίταζε σαν ξερολούκουμο» μια έκφραση που περιγράφει το θαυμασμό, τον έντονο ερωτικό πόθο ή την επιθυμία απόκτησης για κάποιο πρόσωπο ή ακόμη και αντικείμενο. Επίσης, «τού’ρθε λουκούμι», ότι δηλαδή κάτι έγινε τη σωστή στιγμή, και στάθηκε τυχερός για τυχόν διευθέτηση ή επίλυση κάποιου θέματος. Για παράδειγμα, «είσαι λουκούμι ή είναι λουκούμι» για κάποιον ή για κάτι που είναι εξαιρετικός, γλυκός ή ευχάριστος. Του «κάθησε λουκούμι», ότι κάτι ταιριάζει απόλυτα σε μια κατάσταση.
Αν είστε λοιπόν λάτρεις του λουκουμιού, το άρθρο «σας κάθησε λουκούμι», διότι οι καλοκαιρινές μέρες το επιτρέπουν, καλέστε ένα φίλο ετοιμάσατε ένα καφεδάκι και απολαύστε τον στο μπαλκόνι ή στον κήπο του σπιτιού σας.
Και μην ξεχάσετε δίπλα στο πιατάκι του καφέ να τοποθετήσετε ένα λουκουμάκι ή σε ένα γυάλινο βαζάκι σαν αυτά τα δαντελωτά της γιαγιάς και σε οποιαδήποτε γεύση επιθυμεί ο ουρανίσκος σας!