Ένα έργο που αναμένεται να αλλάξει τον αθλητικό χάρτη του Γαλατσίου και να αναβαθμίσει ουσιαστικά τις δημόσιες υποδομές της πόλης μπαίνει πλέον σε τροχιά υλοποίησης. Η κατεδάφιση του παλιού Κλειστού Γυμναστηρίου στο Άλσος Βέικου, παρά την καθυστέρηση ενός μήνα στην έναρξη των εργασιών, σηματοδοτεί την εκκίνηση μιας σημαντικής επένδυσης για την τοπική κοινωνία και το μέλλον της. Στη θέση του σημερινού – και ξεπερασμένου πλέον από όλες τις απόψεις – γυμναστηρίου, θα ανεγερθεί ένα σύγχρονο βιοκλιματικό κλειστό γήπεδο καλαθοσφαίρισης, σχεδιασμένο με έμφαση στη βιωσιμότητα, τη λειτουργικότητα και σε απόλυτη αρμονία με το φυσικό καταπράσινο περιβάλλον του Άλσους Βέικου για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες αθλητικών σωματείων, μαθητών και πολιτών, προσφέροντας έναν ασφαλή, λειτουργικό και περιβαλλοντικά φιλικό χώρο άθλησης για τις επόμενες δεκαετίες.
«Μια νέα εποχή για το Γαλάτσι ξεκινά!» Με αυτά τα λόγια ξεκινούσε τη δήλωσή του, εμφανώς ικανοποιημένος ο Δήμαρχος Γαλατσίου Γιώργος Μαρκόπουλος, τον περασμένο Μάιο την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης για την κατασκευή του νέου Κλειστού Γυμναστηρίου στο Άλσος Βέικου. «Το Γαλάτσι αλλάζει. Και αλλάζει με έργα που αφήνουν οικολογικό αποτύπωμα. Το νέο γυμναστήριο σχεδιάστηκε με απόλυτο σεβασμό στον πνεύμονα πρασίνου του Άλσους Βεΐκου, συνδυάζοντας σύγχρονες αθλητικές υποδομές με βιώσιμη ανάπτυξη και ενεργειακή υπευθυνότητα. Η μελέτη του έργου έχει ήδη διακριθεί και βραβευτεί επιβεβαιώνοντας την υψηλή αισθητική και λειτουργική αξία του νέου κλειστού γυμναστηρίου καλαθοσφαίρισης. Σύμφωνα με τη σύμβαση, το έργο προβλέπεται να παραδοθεί τον Μάιο του 2028, σηματοδοτώντας μια μεγάλη επένδυση για τον αθλητισμό, τη νεολαία και το μέλλον της πόλης μας.»
Όπως βλέπετε και από την κεντρική φωτογραφία, ένα άδειο κουφάρι έχει μείνει από το παλιό Κλειστό, όπου για δεκαετίες γυμνάζονταν, αγωνίζονταν και μεγάλωσαν αθλητικά χιλιάδες παιδιά και αθλητές. Η εικόνα της κατεδάφισης σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, αλλά ταυτόχρονα την απαρχή ενός νέου κεφαλαίου, με την κατασκευή ενός σύγχρονου κλειστού γυμναστηρίου που φιλοδοξεί να καλύψει τις ανάγκες των επόμενων γενεών.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΚΛΕΙΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ
Τον Σεπτέμβριο του 2024 ο «Παλμός» είχε παρουσιάσει τη μελέτη και την αρχιτεκτονική πρόταση του έργου της ανέγερσης του νέου Κλειστού Γυμναστηρίου στο Άλσος Βέικου.
Το έργο φέρει τον τίτλο «Κύαθος: Κλειστό Γυμναστήριο Καλαθοσφαίρισης με φέροντα οργανισμό από Σύνθετη Ξυλεία» και αφορά την ολική ανακατασκευή του κλειστού γυμναστηρίου και προβλέπει τη δημιουργία ενός νέου αθλητικού χώρου συνολικής επιφανείας 4.000 τ.μ. Ο προϋπολογισμός του ανέρχεται στα 15 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 10 εκατομμύρια χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα «Αντώνης Τρίτσης» και τα υπόλοιπα 5 εκατομμύρια από την Περιφέρεια Αττικής.
Την οριστική αρχιτεκτονική μελέτη εκπόνησε η KAAF – Kitriniaris Associates Architecture Firm για λογαριασμό του Δήμου Γαλατσίου, ενώ φορέας υλοποίησης είναι η Αναπτυξιακή Προοπτική Μ.Α.Ε. – Αναπτυξιακός Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στη μελέτη συνεργάστηκαν οι αρχιτέκτονες Αλέξανδρος Κιτρινιάρης και Σωτήρης Μοναχογιός, τη στατική μελέτη ανέλαβε ο Ζαννής Κοντέας, ενώ την τοπιακή μελέτη εκπόνησαν οι Αλέξανδρος Κιτρινιάρης και Γιώργος Βερναρδάκης. Σύμβουλος του έργου είναι ο ομότιμος καθηγητής του Ε.Μ.Π. Παναγιώτης Τουλιάτος. Την κατασκευή του έργου έχει αναλάβει εταιρεία «ΟΜΑΔΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ Α.Ε.».
Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ορίζοντα ολοκλήρωσης 24 μηνών (δηλαδή το 2028) από την υπογραφή της σύμβασης με τον ανάδοχο. Οι πρώτοι έξι μήνες αφορούν τις υποδομές, τα δίκτυα, την προετοιμασία του εργοταξίου και τη μελέτη εφαρμογής. Θα ακολουθήσουν οι εργασίες για τον φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και την παραγωγή του ξύλινου φέροντα οργανισμού, ενώ στη συνέχεια θα γίνει η συναρμολόγηση της σύνθετης ξυλείας, οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και τέλος η διαμόρφωση του αγωνιστικού χώρου, των αποδυτηρίων, των διοικητικών χώρων και του περιβάλλοντος χώρου.
Το νέο γυμναστήριο θα αντικαταστήσει το υφιστάμενο ξύλινο κτήριο, το οποίο έχει κριθεί κατεδαφιστέο λόγω αδυναμίας πιστοποίησης των δομικών του υλικών με βάση τα σύγχρονα πρότυπα ασφαλείας. Μέρος των υλικών του παλιού γυμναστηρίου θα ανακυκλωθεί και θα επαναχρησιμοποιηθεί στο νέο κτήριο ως μη φέροντα ξύλινα στοιχεία, όπως επενδύσεις, περσίδες και ειδικές κατασκευές.
Η αφετηρία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης προέκυψε από την συρραφή της μορφής και της λειτουργίας του κατασκευαστικού συστήματος του κελύφους από σύνθετη δομική ξυλεία, το οποίο συνδέεται εννοιολογικά με τον «κύαθο», μία μορφή αρχαίου κυπέλλου. Η μορφή των στοιχείων της όψης του κελύφους έχει αναφορά στην κυπελλοειδή ταξιανθία και τον γαλακτώδη χυμό που εκκρίνουν οι βλαστοί και τα φύλλα του φυτού της Γαλατσίδας του γένους Euphorbia, το οποίο υπάρχει σε αφθονία στην Ελλάδα με περισσότερα από 40 είδη.
Το νέο κτήριο αφενός εδράζεται σε μια βάση – podium, από οπλισμένο σκυρόδεμα για τα τμήματα που βρίσκονται κάτω από την τελική στάθμη του αγωνιστικού χώρου, με εκτόνωση στον πεζόδρομο και αφετέρου μορφώνεται από στοιχεία ξύλου για τα τμήματα που βρίσκονται πάνω από την τελική στάθμη του αγωνιστικού χώρου και συγκεκριμένα, επικολλητή ξυλεία, αντιεπικολλητή ξυλεία και σταυρωτή επικολλητή ξυλεία. Ο ξύλινος φέροντας οργανισμός είναι οργανωμένος περιμετρικά του κλειστού γυμναστηρίου σε έναν ορθογωνικό κάνναβο γενικών διαστάσεων 45 μέτρα μήκος και 30 μέτρα πλάτος, με εμβάτη 5 μέτρα.
Πρόκληση του σχεδιασμού ήταν η δημιουργία ενός βιοκλιματικού δομικού κελύφους το οποίο καθιστά το κτήριο μόνιμα υπό σκιά, ευνοεί τον φυσικό αερισμό, δροσισμό και φωτισμό, ανακυκλώνει το νερό από την στέγη και τις διαμορφωμένες επιφάνειες για άρδευση, ευνοεί την άμιλλα, τον υγιή ανταγωνισμό και διάγει την ιδέα του «ευ αγωνίζεσθαι», χρησιμοποιεί φυσικά δομικά ανακυκλώσιμα υλικά με γνώμονα την τριπλή μεθοδολογία των αρχών της αειφορίας, εμπλουτίζει την υφιστάμενη μεσογειακή ελληνική χλωρίδα του Άλσους και τέλος εντάσσεται στο παγκόσμιο δίκτυο βιώσιμων κατασκευών ελαχιστοποιώντας το οικολογικό του αποτύπωμα με την παράλληλη αύξηση της θετικής του επίδρασης στο περιβάλλον.
Για την κατασκευή του κλειστού γυμναστήριου απαιτούνται συνολικά 2.000 κυβικά ξυλείας, δηλαδή 1.460 ώριμα δένδρα από πιστοποιημένα καλλιεργήσιμα δάση βιώσιμης διαχείρισης με στόχο να παράγονται περίπου 50 έργα αντίστοιχης κλίμακας κάθε ημέρα, σύμφωνα με τον ρυθμό ανάπτυξης των δασών της Ελλάδας από το 2000 εως το 2020.
