Γράφει η ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΟΥΛΑ, Γραφίστρια (Πτυχιούχος B.Α. Graphic Design), Συγγραφέας, Απόφοιτη σχολής ΜΕΧΑ
Το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, η Ελλάδα έγραψε με χρυσά γράμματα το μεγάλο ΟΧΙ της ιστορίας της, όχι ως λέξη αλλά ως πράξη. Ένα ΟΧΙ όμως αιματοβαμμένο, γιατί κάθε μάχη, κάθε αγώνας για ελευθερία, δυστυχώς μόνο με αίμα εξαγνίζεται, απέναντι στην εισβολή των ξένων, εχθρικών στρατευμάτων και στη συγκεκριμένη περίπτωση των ιταλικών.
Έναν αγώνα που έμελλε να μείνει στην ιστορία και να αποτελέσει πρότυπο αντίστασης και θεματοφύλακα αξιών, ήθους και ιδανικών σε παγκόσμιο επίπεδο, με πρωταγωνιστές εκτός από τον Ελληνικό στρατό και τις Ελληνίδες γυναίκες.
Οι Έλληνες φαντάροι, με ικανότατους Έλληνες στρατηγούς, αντιστάθηκαν και πολέμησαν με ανδρεία και η παρακάτω φράση το αποδεικνύει περίτρανα, και αυτή ανήκει στον Ουίνστον Τσώρτσιλ, τον γνωστό πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θαυμάζοντας την ελληνική ανδρεία είπε: «Μέχρι τώρα λέγαμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, τώρα θα λέμε ότι οι ήρωες πολέμουν σαν Έλληνες».
Η φωτιά του πολέμου, ο πυρήνας της εμπόλεμης κόλασης διαδραματίστηκε στα βουνά της Πίνδου και στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Στα βουνά του Καλπακίου και συγκεκριμένα στο ύψωμα της Γκραμπάλας, εκεί που χτύπησε το πρώτο καμπανάκι και ήταν το ουσιαστικό σημείο όπου οι Έλληνες σταμάτησαν, αναχαίτισαν τον εισβολέα.
Όλοι οι Έλληνες άνδρες και γυναίκες μια αλυσίδα, όλοι ενωμένοι, συνέβαλλαν στο ακατόρθωτο. Η συμβολή της γυναίκας από την Ήπειρο μέχρι την Κρήτη, από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τα νησιά μας, υπήρξε ενεργή και καθοριστική για την νίκη και την ελευθερία.
Οι γυναίκες στην Ήπειρο, αψήφησαν τον κίνδυνο, το κρύο, τον αέρα, τον πάγο, τη λάσπη και το χιόνι, κυριολεκτικά σκαρφάλωσαν στα πιο δύσβατα και απάτητα σημεία, εκεί που δεν μπορούσε να πάει ούτε μουλάρι, φορτωμένες πρόσφεραν στους Έλληνες φαντάρους, όπλα, τρόφιμα, φάρμακα, ρουχισμό. Και νά’ταν μόνο αυτό· κατά την επιστροφή τους κατέβαζαν και μετέφεραν τραυματίες φαντάρους για να τους περιθάλψουν στο σπίτι, με μοναδικό σκοπό να σώσουν ακόμη μια ανθρώπινη ζωή, ακόμη έναν ήρωα, προερχόμενο από κάθε σημείο της Ελλάδας.
Με λίγα λόγια, εξάσκησαν το επάγγελμα της νοσηλεύτριας με αφοσίωση και ηρωισμό, αψηφώντας κάθε κίνδυνο και με αντίτιμο την ίδια τους τη ζωή. Εδώ θα σταθούμε σε δύο πολύ σημαντικά γεγονότα. Μια από αυτές τις γυναίκες υπήρξε και η ηρωίδα Αθηνά Τσιτσή-Παπαδοπούλου, η «Γυναίκα της Πίνδου», που καταγόταν από τη Θεσπρωτία, μεταπολεμικά δημιούργησε τη δική της οικογένεια στον Πύργο Ηλείας.
Η αείμνηστη Αθηνά όταν ήταν 18 χρονών στο χωριό της, στα Αχούρια Μαλουνίου μεταξύ Θεσπρωτίας και Ηπείρου, μαζί με άλλα κορίτσια από το χωριό, από την πρώτη ημέρα της κήρυξης του πολέμου, κουβαλούσε μαζί με τις άλλες πολεμοφόδια και τρόφιμα, στο στρατηγικό ύψωμα στην κορυφή της Πλόκιστας, στο όρος Μουργκάνα, στις Πρώτες Γραμμές του πολέμου, ένα σημείο που ακόμη και τα μουλάρια δεν ήταν εφικτό να ανέβουν, καθ’ όλη τη διάρκεια των μαχών. Το 2018 το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης την τίμησε για την προσφορά της, μαζί με τον αείμνηστο ξάδελφό της, μικρό παιδί τότε, Βασίλη.
Όπως επίσης, άλλη μια ηρωική φυσιογνωμία που τιμήθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, υπήρξε και η Ερμιόνη Μπρίγκου, η οποία μαζί με τους γονείς και τα αδέλφια της, μέχρι και σήμερα η ίδια, συνεχίζει να φροντίζει τους τάφους των έξι Ελλήνων πεσόντων του ‘40 στην αυλή του σπιτιού τους, στην ηρωική Χειμάρρα. Η οικογένεια φρόντισε να μη μάθει κανείς το παραμικρό κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Χότζα, με κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή.
Οι έξι στρατιώτες θάφτηκαν σε δύο ομαδικούς τάφους με άκρα μυστικότητα σε σηματοδοτούμενο σημείο της αυλής της οικογένειας, καθ’ ότι δεν κατέστη ποτέ δυνατόν να εντοπίσουν τους συγγενείς των εκλιπόντων έως σήμερα, παρά τις προσπάθειες της οικογένειας Μπρίγκου.
Η ηρωίδα Ερμιόνη, «η Μάνα της Χειμάρρας» ζει και φροντίζει τους τάφους τους μέχρι σήμερα, τους ανάβει καντήλι, κεριά, αφήνει λουλούδια, κρατώντας μέχρι σήμερα τη μνήμη τους ζωντανή.
Γυναίκες απλές της υπαίθρου, των βουνών χωρίς περγαμηνές, ηρωίδες, που κράτησαν τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας αλώβητη, με ψυχικό σθένος, φύλαξαν Θερμοπύλες, τα ιερά και όσια, αυτές οι μεγαλειώδεις γυναίκες, έγραψαν το έπος του ‘40, ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας. Γυναίκες αγρότισσες, γυναίκες των πόλεων, έπλεκαν ασταμάτητα μάλλινες κάλτσες και φανέλες για τον Ελληνικό στρατό, καθώς ο χειμώνας στα βουνά της Ηπείρου υπήρξε δριμύς και τσάκιζε κόκκαλα. Γυναίκες που καθάριζαν ασταμάτητα τα μονοπάτια από το χιόνι, για να περάσουν τα μουλάρια και να μεταφέρουν τον εξοπλισμό των φαντάρων, πανάξιες στο κάλεσμα της πατρίδας.
Γυναίκες ηρωίδες και μπροστάρισες, που καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου στάθηκαν και άντρες και γυναίκες στο σπίτι, στα παιδιά τους, όσο έλειπαν οι άντρες τους, τα αδέλφια τους στα βουνά, στο μέτωπο. Παρούσες στην οικογένεια, παρούσες και στη στήριξη της πατρίδας, διπλός ρόλος, τριπλό χρέος, καθοριστική η παρουσία τους.
Οι νοσοκόμες του μετώπου, ήταν η ψυχή, η ζωή, η γλυκιά ηχώ εκείνες τις κρυές μέρες και νύχτες, η ελπίδα των φαντάρων στα απάτητα βουνά, στέκονταν δίπλα σε τραυματίες, άλλους βαριά και ακρωτηριασμένους, στέκονταν με υπομονή, επιμονή και πίστη, έγιναν η μάνα, η αδερφή, μα πάνω απ’ όλα φύλακες άγγελοι, για κάθε Έλληνα στρατιώτη του μετώπου.
Η στάση της γυναίκας στο μέτωπο του 1940 απασχόλησε τις εφημερίδες της εποχής, καθώς μέχρι σήμερα τα βιβλία, οι μαρτυρίες, τα τραγούδια και τα ποιήματα που γράφτηκαν για τη συμβολή της είναι αμέτρητα. Για παράδειγμα, ένα ποίημα σε στίχους Νικηφόρου Βρεττάκου είναι το παρακάτω:
«Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν. Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε.
Μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη».
Επίσης, «Γυναίκες Ηπειρώτισσες», σε στίχους Πυθαγόρα και μουσική Γιώργου Κατσαρού, έτος 1973 που ερμήνευσε η Μαρινέλλα:
«Γυναίκες Ηπειρώτισσες,
μέσα στο χιόνι πάνε
κι οβίδες κουβαλάνε.
Θεέ μου, τί τις πότισες
και δεν αγκομαχάνε;
Γυναίκες Ηπειρώτισσες,
ξαφνιάσματα της φύσης!
Εχθρέ, γιατί δε ρώτησες
ποιον πας να κατακτήσεις;
Γιαννιώτισσες, Σουλιώτισσες,
ξαφνιάσματα της φύσης!
Εχθρέ, γιατί δε ρώτησες
ποιον πας να κατακτήσεις;
Γυναίκες απ’ τα σύνορα,
κόρες, γριές, κυράδες,
φωτιά μέσ’ τους βοριάδες.
Εσείς θα είστε σίγουρα
της Λευτεριάς μανάδες!»
Το επιμύθιο, για εμάς τους μεταγενέστερους, είναι ότι το έπος του 1940, γράφτηκε με κεφαλαία γράμματα και το ΟΧΙ αυτοθρόως πέρασε στην ιστορία σαν πράξη από τον στρατό, από άνδρες αλλά και από γυναίκες. Γυναίκες που στάθηκαν άσβεστοι φάροι, πυξίδες της λευτεριάς, με αυταπάρνηση κινδύνου, πασίδηλα συνοδοιπόροι, ηρωίδες, πάνω στα βράχια, στο ύψος των πιο ψηλών βουνών σαν αυτών της Πίνδου και τόσων άλλων, προκειμένου να υπερασπιστούν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο την πατρίδα.