Γράφει ο Γ. ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
Παίρνοντας το µολύβι να γράψω,
σκέφτηκα να ασχοληθώ µε κάτι διαφορετικό από τα προηγούµενα γραψίµατά µου, που αναφέρονταν στη
δύσκολη εποχή µας.
Να φιλοσοφήσω, ας πούµε, πάνω σε κάποιες
πτυχές της ζωής µας, κοινωνικές
και άλλες. Αν όµως, ξεφύγω από τα
σηµερινά, προέκυπτε ο φόβος µην
και θεωρηθώ εκτός χρόνου.
Τελικά
είπα να πάρω έναν ενδιάµεσο
δρόµο µε το να γράψω µιαν επι-
στολή στο διαρρήκτη, ο οποίος κα-
τάφερε ν’αποτελεί πρόσωπο της
καθηµερινότητάς µας.
Αγαπητέ διαρρήκτη, δεν γνωρίζω
µέχρι πού φτάνει το «ιερό» δικαίωµα
της ιδιοκτησίας και από πού αρχίζει το
«ιερό» δικαίωµά σου να ευ ζήσεις πάσει
θυσία. (Μη µου πεις ότι πασχίζεις για
τον επιούσιο…) Επειδή, λοιπόν, δεν γνω-
ρίζω αυτά τα όρια, αποφάσισα και το-
ποθέτησα καινούργια πόρτα στο σπίτι
µου µε σιδερένιο σκελετό, όπως έπρα-
ξαν πολλοί πριν από µένα.
Όχι πως φοβήθηκα µη και µου πάρεις
τα µετρητά µου ή τα τιµαλφή – ουκ αν
λάβεις … και λοιπά και λοιπά. Ή µερικά
βιβλία. Πάντως δεν διαθέτω εγχειρίδια
για τη µόρφωση διαρρηκτών.
Όχι δεν φοβήθηκα τέτοιο ενδεχόµενο.
Αλλού η ερµηνεία. Φοβάµαι τη στιγµή.
Τη στιγµή που θα µε κοιτάξεις, τη
στιγµή που θα σε δω. Τη στιγµή της
αλήθειας. Θα µε γνωρίσεις; Θα σε γνωρίσω;
Την αρνητική απάντηση σ’αυτή
την ερώτηση, φοβάµαι.
Ναι, ξέρω. Θα µου πεις ότι εγώ έβαλα
σιδερόφρακτο ανάµεσά µας και δεν το
έβαλα τώρα, αφού το βλέπεις από τότε
που γεννήθηκες. Να σου απαντήσω πως έχεις άδικο; ∆εν θα µε πιστέψεις.
Εσύ άκουγες εκείνη την κασσέτα που λέγεται µητέρα ή πατέρας, κι έλεγε ότι
εµάς µας έχουν κλεισµένους σε σιδερόφρακτα, δεν µπορούµε να ζήσουµε
σαν τους άλλους. Με τον καιρό έγινε σίγουρο το ότι δεν σου χρειάζεται η
κασσέτα. Μόνος σου θα φωνάζεις σ’όλους τους τόνους την ίδια πρόταση.
Και θα ορκίζεσαι σ’όλους τους θεούς της Οικουµένης πως, να, το καγκελό-
φρακτο µε σφίγγει, δεν το βλέπετε; Αυτή η ερµηνεία βρίσκεται πιο κοντά στα
πράγµατα.
Αλλά πώς φτάσαµε ως εδώ; Να το ψάξουµε διατυπώνοντας ερωτήσεις.
Σκαλίζοντας δε την ιστορία µπορούµε να βοηθηθούµε.
Όσοι γεννηθήκαµε πριν το 1940, ζήσαµε, πιτσιρικάδες, εκείνη τη δύσκολη
εποχή της πείνας και του θανάτου. Οι κλειδαριές και οι σιδεριές µάς ήταν
άγνωστες, όπως και το επάγγελµα του διαρρήκτη, λέξη που αµφιβάλλω αν
ήταν τότε καταχωρισµένη στο λεξικό.
Στην εποχή, λοιπόν, της πείνας και του θανάτου ποτέ δεν σκεφτήκαµε να
βάλουµε µια κοινή κλειδαριά στην πόρτα του σπιτιού µας.
Ένα ζεµπερέκι
µόνο για τον αέρα και τον σκύλο του γείτονα. Φεύγαµε από το σπίτι το πρωί
και γυρνούσαµε τ’απόγευµα πριν νυχτώσει.
Πολλά άλλαξαν από τότε. Ένα από αυτά τα πολλά, που έχει σχέση µε το
θέµα µας, είναι, κατά τη γνώµη µου, ο δυτικόφερτος «πολιτισµός» του κινη-
µατογράφου.
Στα δέκα αµερικάνικα έργα τα εννιά είχαν σαν κυρίαρχο στοι-
χείο τη βία, την κλοπή, το φόνο.
Θυµάσαι, φίλε, εκείνον τον πιστολέρο τον όµορφο σ’εκείνη την ταινία; Λεβέντης, τζιµάνι µε τα όλα του.. Το ζειν επικινδύνως ταιριάζει στους άνδρες,
το πιστεύω του.
Την ώρα που οι Αστυνοµικοί τον σπρώχνουν στο περιπολικό, ένα γύρω τσούρµο από γκόµενες τον κοιτούσαν λιγοµένες, φάνηκε. Μεγαλείο, θά’λεγες εσύ! Συµφωνώ, καλογυρισµένη η ταινία.
Να θυµηθώ κάτι
ακόµα πάνω στο θέµα της αρνητικής προσφοράς πολιτισµού εξ’ Αµερικής.
∆εν θυµάσαι το όνοµα ενός Αµερικανού σηµαίνοντος προσώπου των γραµ-
µάτων, που είπε: «Εµείς είµαστε τα απο-
παίδια της Ευρώπης». Και είχε πολλά
στοιχεία να το τεκµηριώσει. Θα µπορούσαµε κι εµείς να τον βοηθήσουµε
σ’αυτό.
Πόθεν και πώς δηµιουργήθηκε αυτή
η ανθρώπινη κάστα, «τα αποπαίδια»;
Εν αρχή ην ο Μεσαίωνας. Οπισθο-
δρόµηση, σκοταδισµός, αυστηρή θεο-
κρατία, απαγόρευση της έρευνας και
της αµφισβήτησης, προλήψεις, δεισι-
δαιµονίες και άλλα (Γ. Μπαµπινιώτης).
Κάποιοι Έλληνες, όπως Μετοχίτης, Καβασίλας, Γεµιστός και άλλα άλλων εθνο-
τήτων, πιστεύω όλα αυτά τα χρόνια, τα
ουκ ολίγα (χίλια τα µετράνε κάποιοι)
είχαν σκύψει το κεφάλικαι διάβαζαν και
διάβαζαν. Οι δικοί µας, όταν έπεσε η
Βασιλεύουσα, πήραν τα βιβλία τους παραµάσχαλα και αριβάρανε δυτικά.
Πώς πάτε εδώ, παιδιά; Ρώτησαν τους
δυτικούς οµοίους τους.
Πώς να πάµε;
Μαύρη µαυρίλα, µαύρισε το µαύρο µας
το χάλι. ∆εν βλέπετε; Γεµίσαµε ανθρώπινο σκουπιδαριό. Και οι φυλακές δεν
χωράνε άλλους. Αυτά µας έκανε ο σκοταδισµός.
Από µακριά ακούστηκε µια φωνή.
Ανακαλύφθηκε η Αµερική! Να η λύση,
να τους στείλουµε εκεί! Καθόλου δεν
σκέφτηκαν τους ινδιάνους.
Αυτοί οι άτυχοι, οι ινδιάνοι, χρησιµο-
ποιήθηκαν σα στόχοι, όταν τα ρεµάλια
ασκούνταν στη σκοποβολή. Και τους τελείωσαν.
Τι κοινωνία έφτιαξαν εκεί; Μα
αυτή που τους ταίριαζε. Την κοινωνία
της µπουνιάς και του πιστολιού. Βεβαίως
µε τον καιρό η χώρα γέµισε από ανθρώ-
πους της εργασίας, της επιστήµης, της
τέχνης, από ανθρώπους του Καλού.
Όµως συχνά πυκνά αποδεικνύεται και
σήµερα ότι το πάνω χέρι εκεί συνεχίζει να το έχει η µπουνιά και το πιστόλι.
Ας επανέλθουµε, φίλε διαρρήκτη, στο θέµα µας. Ίσως µου πεις ότι το Κρά-
τος φταίει, αυτό δηµιουργεί το έγκληµα, προστατεύοντας τους «νόµιµους»
άρπαγες προκαλεί το δηµόσιο αίσθηµα.
Θέλω, λοιπόν, να εκδικηθώ αυτό το
Κράτος, αυτή την Κοινωνία.
Εδώ µπαίνουµε στην ουσία του θέµατος, που λέει ότι εσύ τοποθετείς τον
εαυτό σου έξω από το Κράτος, από την Κοινωνία, από τους πολλούς. Αυτή
είναι η µήτρα του προβλήµατος και το µέγα λάθος σου. Έτσι κι αλλιώς είσαι
ένα κοµµάτι του παζλ. Συµβάλλεις να σχηµατιστεί η όλη εικόνα.
Ανήκεις ντε
φάκτο στην Κοινωνία. ∆ικαίωµα να βγουν από την εικόνα, έχουν µόνο οι αυ-
τόχειρες.
Θέλεις να γίνεις µατσώ, όπως κάποιοι. Το έχειν σου να σε δοξάζει, να σου
δίνει το χρώµα των πετυχηµένων. Οι από κει, οι λίγοι στη λέξη πετυχηµένος
δίνουν άλλο περιεχόµενο. Οι από δω, οι πολλοί δίνουν άλλο, εκείνο που απο-
δίδεται µε τον όρο «καλός συνάνθρωπος».
Για τα σίδερα φταις, γιατί πίστεψες ότι ο κόσµος, η ζωή ανήκει σε µερι-
κούς, ενώ εσύ είσαι
µουσαφίρης.
Για τα σίδερα φταίω,
γιατί δε βρήκα τα σι-
νιάλα να σου µηνύσω
να µην έχεις εµπιστο-
σύνη στα δόγµατα. Για
τα σίδερα φταίµε, γιατί
αφήσαµε κάποιους ανί-
δεους σε χρώµατα να
κρατούν και να κατευ-
θύνουν τους προβολείς.
Και σιδεροφραχτήκαµε.