Μια σειρά χρονογραφημάτων γραμμένα στο μάγγικο γλωσσάρι, με τίτλο «Ιστοραία σε Λα Μινόρε», μια συλλογή στίχων για τραγούδι με τίτλο «Ρεμπέτ Ασκέρ», ένα βιβλίο μαγειρικής για πίτες (ως ζαγορίσιος…) με τίτλο «Πέσε πίτα να σε φάω» και 345 συνταγές, το οποίο είναι έτοιμο κατά το ήμισυ στα κείμενα.
«Πλην του “Ρεμπέτ Ασκέρ”, όλα είναι έτοιμα προς έκδοσιν και περιμένουν να βρεθεί ο εκδότης…» λέει ο ίδιος ο δημιουργός.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ
«ΠΑΛΜΟΣ»: Μιλήστε μας για τα παιδικά σας χρόνια στο Γρεβενίτι Ζαγορίου Ιωαννίνω
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΧΑΡΝΕΥΣ: Δύσκολα, «πέτρινα χρόνια»… Παιδί του Εμφυλίου, ορφανός (ο πατέρας, αντάρτης του Δ.Σ. σκοτώθηκε το ‘47) και η μανούλα έγινε και μάνα και πατέρας… Ανέχεια, μας λείπανε πολλά, αλλά περίσσευε η αγάπη.
Παρ’ όλη την φτώχεια μας γενικώς, δεν μας έλειπε η παιδική ανεμελιά, αλάνα και η σφεντόνα στην κωλότσεπη του μπαλωμένου κοντοπαντέλονου. Ευτυχήσαμε να έχουμε έναν εξαιρετικό δάσκαλο στο σχολειό και του χρωστάμε πολλά… Η κυρα-Θανασία, παρά την δύσκολη οικονομική κατάσταση, μας έστειλε και Γυμνάσιο στο Μέτσοβο, με ένα πρόγραμμα της τότε κοινότητος το οποίο κάλυπτε στέγαση και σίτιση των ορφανών. Κι εκεί πάλι, αξιωθήκαμε πολύ καλών Δασκάλων…
«Π»: Τι αποκομίσατε από την απασχόλησή σας για μια πενταετία ‘74-’79 στην κεντρική αγορά Αθηνών ως αποθηκάριος τροφίμων;
Γ.Α.: Γνωρίσαμε ωραίους ανθρώπους, κάποιους παλιούς, αληθινούς μάγκες και μάθαμε πολλά για τα τρόφιμα.
«Π»: Το ποδήλατο άντεξε στην περίοδο της οικονομικής κρίσης ως οικονομικό μέσο μεταφοράς ή για την
ανάγκη εκγύμνασης. Ποια η γνώμη σας ως ειδικός τεχνίτης ;
Γ.Α.: Θα λέγαμε και τα δυο, τα σύγχρονα, άνετα και πολυχρηστικά ποδήλατα φέρανε πολλούς νέους χρήστες. Πέρα από την μετακίνηση και την γυμναστική. Χαιρόμαστε που οι νέοι και όχι μόνον ποδηλάτες κυκλοφορούν σωστά εξοπλισμένοι και τα πράγματα θα ήταν καλύτερα αν υπήρχαν ποδηλατόδρομοι στην πόλη και περισσότερη προσοχή από τους οδηγούς αυτοκινήτων.
«Π»: Για 10 χρόνια εργαστήκατε ως δημοσιογράφος σε 5 περιοδικά μοτοσυκλέτας. Είναι η μοτοσυκλέτα φόβος και τρόμος για κάθε αναβάτη;
Γ.Α.: Δέκα πέντε (15) για την ακρίβεια. Η μοτοσικλέττα δεν είναι Φόβος για τον αναβάτη, ίσα-ίσα, είναι Διασκέδαση κι Ελευθερία, πέρα από την ανετότερη και ταχύτερη μετακίνηση. Μια έρευνα που έκαμε γύρω στο 2000 ο καθηγητής Γιάννης Παπαδόπουλος, τότε υπεύθυνος του τομέα πρόληψης ατυχημάτων του ΕΚΑΒ, έδειξε ότι στο 80% των ατυχημάτων που τραυματίστηκε μοτοσικλετιστής, εκείνος δεν ήταν ο υπαίτιος και παραβάτης του ΚΟΚ.
«Π»: Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας το εργατικό ατύχημά σας με την μοτοσυκλέτα ;
Γ.Α.: Ήταν 8.10’ το πρωί 2 Ιούνη του 2000, στην Εθνική κοντά στην RENAULT, μας έκλεισε πολύ δεξια ένα τζιπ, μπροστά στα 50 μέτρα ένα πούλμαν σταματημένο λόγω ζημιάς, φρενάραμε δυνατά, αλλά, από τα 89 χ.α.ω. απλώς κατεβήκαμε στα 30. Αποτέλεσμα η σύγκρουση και επακόλουθο συντριπτικό κάταγμα δεξιάς κνήμης 3ου βαθμού. Ευτυχώς, πέσαμε στα χέρια ενός εξαιρετικό γιατρού και ανθρώπου, του αείμνηστου Νίκου Τάκη. Έντεκα χειρουργεία μέχρι το 2004 αλλά, μας έφερε στα ίσα. Αείμνηστε Νίκο Τάκη…
«Π»: Πότε ανακαλύψατε το ταλέντο σας στην συγγραφή;
Γ.Α.: Δεν είναι ψευτομετριοφροσύνη, ο γράφων, δεν θεωρεί ότι έχει κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, απλά καταγράφει ό,τι τον συγκινεί ή τον εξοργίζει (όσο γίνεται ο Λόγος να περιγράψει το Συναίσθημα…) κι επειδή έμαθε πέντε γράμματα από καλούς Δασκάλους, κάποια τα γράφει «εν μέτρω και ρυθμώ».
Το 2001, στο νοσοκομείο – πώς να περάσουν οι ώρες… – αρχίσαμε δειλά-δειλά να γράφουμε στίχο και πεζό κείμενο κι αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
«Π»: Το 2006 εκδόθηκε η πρώτη σας ποιητική συλλογή με τίτλο «Χειρόγραφα». Μιλήστε μας γι‘ αυτήν.
Γ.Α.: Τα «Χειρόγραφα», όπως το δηλώνει και ο τίτλος, είναι ό,τι είχαμε γράψει σε στίχο μέχρι το 2005. Σκαναρίστηκαν τα χειρόγραφα, επεξεργάστηκαν και τυπώθηκαν σε μια συλλογή 64 σελίδων, 1000 αριθμημένων και υπογεγραμμένων αντιτύπων με χορηγία του Δήμου Αν. Ζαγορίου. Πρωτοπαρουσιάστηκαν στον Ορειβατικό Αχαρνών αρχές του 2006, ο δήμος παρέλαβε 250 αντίτυπα προς διανομή και τα υπόλοιπα τα διακινήσαμε εμείς. Έχουνε μείνει κάποια λίγα, τα οποία πλέον τα προσφέρουμε σε ανθρώπους που εκτιμούμε.
«Π»: Ένα τσιγάρο … Αν δεν έχεις διακονεύεις κι αν δεν το βρείς, η Μοναξιά αφόρητη. Από το ποιημά σας «Ένα Τσιγάρο». Έχετε βιώσει τη μοναξιά;;
Γ.Α.: Όντως σε κάποιους χώρους, κάποιες στιγμές το άτιμο το τσιγάρο, είναι καλή παρέα… Με την Μοναξιά, γνωριζόμαστε πολύ στενά, μάθαμε να την αντέχουμε, αλλά δεν είναι και το καλύτερό μας.
«Π»: Οι «Ιστορίες σε Λα Μινόρε» είναι σε μάγκικο γλωσσάρι. Πώς προέκυψε, η αργκό είναι γλώσσα των μηχανόβιων ;
Γ.Α.: Αα, εδώ είναι μεγάλη ιστορία… Ήταν ‘72 – ‘74, νυχτερινή βάρδια σε έναν σταθμό αυτοκινήτων στα Μανιάτικα του Πειραιά, είχαμε την τιμή να γνωρίσουμε κάποιους παλιούς ρεμπέτες και λιμανίσους μάγκες. Ακούγαμε την δική τους αργκό και πολύ την ευχαριστιόμασταν. Μετά, ε, πήγαμε για… μεταπτυχιακό στα βιβλία του αείμνηστου Ν. Τσιφόρου (37 τον αριθμόν…), αρχής γενομένης από «Τα παιδιά της πιάτσας», όπου ο Δάσκαλος κατέγραψε αναλυτικά και διέσωσε στο επίμετρο το γλωσσάρι της πιάτσας. Αν δεν το είχε διασώσει εκείνος θα χανότανε…
«Π»: Στον κύκλο ποιημάτων «Κοντραβέντο», την ενότητα «Αιδώς Αργείοι» την αφιερώνετε στους Μεταλλαγμένους Επαναστάτες της γενιάς σας, όπως λέτε κατάφεραν να ρημάξουν τα πάντα. Τι σας οργίζει;
Γ.Α.: Έτσι είναι, την αφιερώνουμε (άνευ ουδεμιάς υπολήψεως…) στους Εξωνημένους Επίορκους, Λαμπράκηδες, Ρηγάδες και Πασόκους που… κατάφεραν εν έτει 2000 τόσο, να πεινά κόσμος και να λιποθυμάνε σκολιαρούδια στα σχολειά από την αφαγιά… Έλεος!
«Π»: Είστε πολιτικοποιημένο άτομο;
Γ.Α.: Πολιτικοποιημένο ναι, παιδιόθεν, από την γενιά των Λαμπράκηδων, κομματικοποιημένο όχι, ανένταχτος αριστερός…
«Π»: Είστε αισιόδοξος;
Γ.Α.: Πάντα, ακόμα και στα δύσκολα…
«Π»: Πώς προέκυψε το βιβλίο μαγειρικής; Οι 345 συνταγές είναι από τον τόπο καταγωγής σας;
Γ.Α.: Θέλουμε να φτιάξουμε ένα αναλυτικό βιβλίο, χεράκι – χεράκι που λέει ο λόγος, για τις πίτες (οι οποίες πολύ μας αρέσουν…) Πέρα από τις δικές μας τις ηπειρώτικες πίτες, στα ταξίδια μας ανά την Ελλάδα, Τότε, ότι τρώγαμε και μας άρεσε ρωτάγαμε πώς το φτιάχνουν και το γράφαμε. Επιστρατεύτηκαν επίσης συγγενείς και φίλες απ’ όλη την Ελλάδα με τις συνταγές τους και επωνύμως. Ακόμα και στο «Γεννηματάς» όταν μπαινοβγαίναμε, μαζεύαμε συνταγές από τις συγγενείς των συνασθενών.!! Το μισό είναι έτοιμο, πληκτρολογείται και το υπόλοιπο.
«Π»: Στο ποιήμά σας «Η Αυλή», είναι διάχυτη η νοσταλγία μια εποχής που τελείωσε κυρίως στις μεγαλουπόλεις. Ήρθαν όμως τα παράθυρα και οι τοίχοι στο ίντερνετ. Πώς το σχολιάζετε;
Γ.Α.: Εδώ, στην Πράσινη Σπηλιά, από το ‘79 που μένουμε σ’ αυτό το σπίτι, αυτή η εποχή δεν τελείωσε, υπάρχει αυλή και κήπος. Ακόμα υπάρχει η Γειτονιά και οι Καλημέρες με τους γειτόνους. Δυστυχώς, η Κάθετη Δόμηση έκλεισε τους ανθρώπους σε Πολυτελή Τσιμεντοκούτια…
Όσον αφορά στο Διαδίκτυο, αυτό είναι ένα θαυμάσιο εργαλείο έρευνας και επικοινωνίας. Ξαναβρεθήκαμε με φιλαράκια που είχαμε πολλά χρόνια να βρεθούμε και γνωρίσαμε νέα.
Παρ’ όλα αυτά, το Διαδίκτυο και τα Κοινωνικά Μέσα Δικτύωσης, είναι Εικονική Ζωή, η αληθινή είναι έξω… Το Facebook, ο Μαχαλάς όπως τον βαφτίσαμε, είναι ένα εργαλείο, π.χ. σαν το σουγιαδάκι. Καθαρίζουμε το μήλο μας ή κόβουμε τις φλέβες μας ή κόβουμε άνθρωπο. Εμείς έχουμε την επιλογή…
«Π»: Οι Έλληνες καταφεύγουμε στην ποίηση για ηρεμιστικό και παρηγοριά των αδιεξόδων μας;
Γ.Α.: Δεν ξέρω να σας πω, ίσως να ‘ναι κι έτσι, θεωρώ πάντως ότι ο στίχος βγαίνει και καταγράφεται σε ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις, ή πολύ πάνω ή πολύ κάτω…
«Π»: Γράφει ο Φράντς Κάφκα, «Συχνά είναι πιο ασφαλές να είσαι αλυσοδεμένος απο το να είσαι ελεύθερος». Το σχόλιό σας;
Γ.Α.: Η Αλυσίδα, ίσως μας προφυλάσσει και από τον ίδιο μας τον εαυτό… Αλλά, κάτι άλλο, τα τείχη που χτίζουμε να κλείσουμε τους άλλους έξω, κλείνουν κι εμάς μέσα… Προσωπικά είμαι της σχολής «σπάστε τις αλυσίδες».
«Π»: Μοιραστείτε έναν στίχο σας αγαπημένο μαζί με τους αναγνώστες του ΠΑΛΜΟΥ…
Γ.Α.: Πού να ξανάβρω τόσο Φως,καρδούλα μου, πού τα σμαράγδια Σου τα θάμπωσεν η Πάχνη…;;
«Π»: Έχετε μούσα;
Γ.Α.: Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα…
«Π»: Τι περιμένετε για τ’ ανέκδοτα έργα σας ;
Γ.Α.: Εκδότη, αλλά δύσκολο σε τουτους τους καιρούς, πολλοί εκδότες ζητούν να καλύπτουμε το κόστος παραγωγής!! Ιδωμεν…
«Π»: Ένα όνειρό σας;
Γ.Α.: Ένα σπιτάκι δίπλα στην Κυματούσα, έστω στα γεράματα, «όνειρο θερινής νυκτός»… Δεν πολυονειρευόμαστε πλέον, φροντίζουμε να περνάμε όσο καλύτερα γίνεται με τους δικούς μας και τα φιλαράκια στην Πράσινη Σπηλιά…