ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΡΙΕΖΗΣ, Εκπαιδευτικός – Στιχουργός«Ποίηση είναι η αγάπη για την ίδια τη ζωή, για όλον τον κόσμο»

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο του 1950. Το 1984 αποφοίτησε από την Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Αποφοίτησε από το Διδασκαλείο Δ. Γληνός καθώς κι από το Παιδαγωγικό τμήμα του Α.Π.Θ. Εργάστηκε ως δάσκαλος σε δημόσια σχολεία, από το Σεπτέμβριο του 1984 ως τις 16 Οκτωβρίου 2012, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Παράλληλα ασχολήθηκε με το στίχο κυρίως για τραγούδια και με την ποίηση. Κατά καιρούς φιλοξενήθηκαν ποιήματά του σε διάφορα έντυπα του ημερήσιου και περιοδικού τύπου, κάποια εκ των οποίων βραβεύτηκαν σε ποιητικούς αγώνες, κάποια επιλέχτηκαν σε ανθολόγιο ποιημάτων. Αρκετά από αυτά μελοποιήθηκαν από μουσικούς συνθέτες. Κάποια πάλι κυκλοφόρησαν σε δίσκους και cd. Ενδεικτικά αναφέρονται ονόματα συνθετών με τους οποίους κυρίως συνεργάστηκε, τον Σπύρο Σαμοίλη, τον Θωμά Σιώμο, τον Μάκη Αιβάζογλου, τον Λευτέρη Σταμπούλογλου και άλλους.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ

«ΠΑΛΜΟΣ»: Εκπαιδευτικός – στιχουργός πώς συνάδει; Πώς προέκυψε η στιχουργική;

ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΡΙΕΖΗΣ: Η χρήση του ρήματος «συνάδει» στην ερώτησή σας νομίζω πως μπορεί να δώσει από μόνη της την απάντηση. Σίγουρα δεν είναι το πλέον σύνηθες οι εκπαιδευτικοί να γράφουν στίχους, πολλώ δε μάλλον είναι ασύνηθες ένας στιχουργός να είναι και εκπαιδευτικός. Παρ’ όλα ταύτα πιστεύω πως το ένα υποβοηθά και συνδιαμορφώνει το άλλο. Οι σπουδές του δασκάλου, όπως αυτές που έκανα εγώ, με βοήθησαν στο να διευρύνω τον ορίζοντα μου, στον συγκεκριμένο χώρο της ποίησης και της λογοτεχνίας. Οι συνεχείς επαφές μου με τα είδη  αυτά στη σχολική τάξη, αναμφισβήτητα επηρέασαν τη σκέψη μου, τον ψυχικό μου κόσμο. Καθημερινά, σε συνεργασία πάντοτε με τα παιδιά, ερχόμουν σε μια νέα συνδιαλλαγή με τα λογοτεχνικά κείμενα και πολλές φορές σε επανερμηνεία και επανεκτίμησή τους. Αυτό συνέβαλε στο να τα πλησιάσω περισσότερο και, γιατί όχι, πολλά από αυτά, να τα αγαπήσω, να τα ερωτευτώ. Μέσα από αυτήν την καθημερινή τριβή με τη γλώσσα μας έμαθα να την αφουγκράζομαι, να ακούω το ρυθμό της και τους υπέροχους ήχους της. Κάπως έτσι θέλησα να μετουσιώσω το αποτύπωμα που αφήνει η ελληνική γλώσσα μέσα μου σε στίχους.

 
«Π»: Πώς σας εμπνέει η Καλαμαριά, ο τόπος καταγωγής σας;

 
Η.ΚΡ.: Η Καλαμαριά είναι ο προσφυγικός τόπος των αδικημένων, κατατρεγμένων Ελλήνων Ποντίων και Μικρασιατών. Είναι η γη που με μεγάλωσε σαν μάνα. Ορφάνεψα από πατέρα μικρός, το 1954, μόνο τεσσάρων χρονών και η μητέρα μου δούλευε από τότε σκληρά να μας μεγαλώσει, εμένα και την αδελφή μου που ήταν τότε οκτώ χρονών.Εγώ γευόμουν τη ζωή  με τις μικρές χαρές και τις μεγάλες πίκρες εκείνης της δύσκολης εποχής, κάνοντας παράλληλα απίστευτα δύσκολες δουλειές για την ηλικία μου. Όλα αυτά τα βιώματα πότισαν την ψυχή μου και την καρδιά μου ανεξίτηλα, κυκλοφόρησαν στο αίμα μου. Ένα από τα στιχάκια μου που έγινε τραγούδι, «Μες στην τρύπια μου παράγκα», είναι κυριολεκτικά βιωματικό. Επομένως, η Καλαμαριά με ενέπνευσε και εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να με εμπνέει κι ας έχουν γίνει τεράστιες αλλαγές στην οικιστική ανάπτυξη και στη σύνθεση του πληθυσμού. Παραμένει ο μαγικός τόπος της έμπνευσής μου.

«Π»: Πώς γεννιέται ένα τραγούδι;

Η.ΚΡ.: Ένα τραγούδι μπορεί να γεννηθεί απ’ το πουθενά, από εκεί που δεν το περιμένεις, από μια σπίθα που θα γίνει πυρκαγιά, από ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, από ξαφνική χαρά, από ξαφνική λύπη, από κεραυνοβόλο έρωτα, από έναν χωρισμό αγαπημένου σου προσώπου, από μια καταστροφή, από τη γέννηση ενός παιδιού, από μια μεγάλη αδικία, ακόμα κι από μια λέξη ή φράση που θ ακούσεις μες στο λεωφορείο, στο τρένο, στην αγορά ή οπουδήποτε. Κοντολογίς, γενεσιουργός αιτία είναι ο ίδιος μας ο κόσμος. Το τραγούδι είναι παντού και πάντα μπροστά μας. Αρκεί κανείς να έχει τα αυτιά της ψυχής του ανοιχτά. Το τραγούδι δεν είναι τίποτε άλλο πάρα μια ανεστραμμένη, μέσω της γλώσσας και της μουσικής, όψη του κόσμου.

«Π»: Από την πρώτη σας συνεργασία, τι αποκομίσατε;

 
Η.ΚΡ.: Ήταν για μένα μια μαγική στιγμή! Είχα πάρει μέρος σε ποιητικούς αγώνες στην Κέρκυρα κι εκεί βραβεύτηκε ένα ποίημά μου, το οποίο στη συνέχεια έγινε τραγούδι. Εκεί, σε μια ειδική τελετή, λίγες μέρες μετά, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το τραγούδι αυτό. Ακόμα κι εγώ το άκουσα για πρώτη φορά μαζί με όλο εκείνο το πλήθος. Ήταν μια στιγμή με συναισθήματα πρωτόγνωρα, με συγκίνηση που δεν περιγράφεται με λόγια, μια στιγμή που δε θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Η χαρά της δημιουργίας που με πλημμύρισε μου έδωσε την ώθηση να συνεχίσω να γράφω. Η στιχουργική δεν είναι μοναχική τέχνη. Είναι τέχνη συνεργασίας, ενσυναίσθησης. Όταν ένας καλλιτέχνης μπορεί να δει το δημιούργημά του να ξαναγεννιέται μέσω της μουσικής και να παίρνει νέες διαστάσεις, τότε αντιλαμβάνεται πως το έργο δεν τελειώνει ποτέ…

«Π»: Πώς απολαμβάνετε την επιτυχία ενός τραγουδιού με δικούς σας στίχους;

Η.ΚΡ.: Είναι ανείπωτη η χαρά για έναν δημιουργό, ν’ακούει το τραγούδι του, τα λόγια της ψυχής του, να συνενώνονται με τη μουσική. Να ξέρει πως ταξιδεύει το δημιούργημά του μέσα σε σπίτια, σε χώρους διασκέδασης, συνοδεύει τους ανθρώπους στη δουλειά, γίνεται συνοδός τους στη μοναξιά τους… Να τραγουδιέται από στόματα που δε θα συναντήσει ποτέ ίσως. Κι όλα αυτά για ένα πόνημα προσωπικό, μια κατάθεση ψυχής, που πολλές φορές χρειάστηκε νύχτες αμέτρητες αϋπνίας για να φτιαχτεί, μήνες κυοφορίας μέσα  στα σπλάχνα, έως ότου μπορέσεις να  το μορφοποιήσεις στην ψυχή σου και να το φέρεις στο φως. Μα μία πάντοτε είναι η γενναία ανταμοιβή σου, που η αξία της δεν μετριέται με χρυσάφι. Είναι το δάκρυ που θα κυλίσει απ’ τα βλέφαρά σου, τη μεγάλη στιγμή που θα βρεθείς μόνος με τον εαυτό σου…

 
«Π»: Οι μαθητές πώς αντιδρούσαν σε ένα ποίημα ή ένα τραγούδι δικό σας;

 
Η.ΚΡ.: Θα σας πω εδώ πως δεν μιλούσα ποτέ στους μαθητές μου για τα τραγούδια μου. Τους έδινα κάπου – κάπου μέσα σε πλαίσια δραστηριοτήτων στην τάξη και κάποια από τα δικά μου ποιήματα , χωρίς να γνωρίζουν τον δημιουργό τους. Ευτυχώς που δε με ρώτησαν ποτέ, δεν ξέρω πώς θα ένιωθα αν γινόταν κάτι τέτοιο, πώς θα αντιδρούσα. Πολλοί απ’ τους μαθητές μου, (μ’ έναν απ’ αυτούς μάλιστα τώρα τελευταία γράψαμε κι ένα τραγούδι), έμαθαν σε πολύ μεγάλη ηλικία ότι έγραφα στίχους. Και αυτό τολμώ να πω τους εξέπληξε ευχάριστα.

 
«Π»: Ποιο το πρώτο σας μελοποιημένο ποίημα και από ποιόν συνθέτη;

 
Η.ΚΡ.: Ήδη σας απάντησα, πως έγινε στην Κέρκυρα σε ποιητικούς αγώνες, από τον γνωστό μουσικοσυνθέτη Σπύρο Σαμοΐλη, με το  ποίημα «Δίχως Φώτα Πορείας». Το συγκεκριμένο ποίημα το εμπνεύστηκα και το έγραφα λίγο – λίγο κάθε μέρα, κατά τη διάρκεια της διαδρομής μου με τα πόδια προς το σχολείο μου. Η νοερά συγγραφή του είχε, θυμάμαι, κρατήσει αρκετό καιρό.  Η βράβευση του ποιήματος και η μελοποίησή του ,όμως, αποτέλεσε για μένα σταθμό, στο να ενθαρρυνθώ, να ενισχυθώ ψυχικά, να νιώσω πως οι προσπάθειες  που είχα κάνει μέχρι τότε δεν πήγαν χαμένες. Οι δρόμοι πλέον  για μένα ανοίγονταν για ακόμη περισσότερη δραστηριοποίηση στο χώρο. Και η αίσθηση αυτής της σιγουριάς και της αυτοπεποίθησης, μου έδινε φτερά  να πετάξω σε  ανοιχτούς  ορίζοντες, στους φωτεινούς ουρανούς της δημιουργίας.

«Π»: Μοιραστείτε μαζί μας τους τίτλους των στίχων σας που έγιναν τραγούδια…

Η.ΚΡ.: Υπάρχουν αρκετά τραγούδια που ολοκληρώθηκαν, αλλά που δεν κυκλοφόρησαν, για πολλούς και διάφορους λόγους. Κι άλλα που ετοιμάζονται ακόμα. Εδώ θα σας αναφέρω τα περισσότερα που είδαν το φως της δημοσιότητας. «Δίχως φώτα πορείας», «Όλα αλλάζουν», «Μες στην τρύπια μου παράγκα», «Στο χθες των αιώνων», «Τα αποκαΐδια μιας ζωής», «Δεν αγοράζεται η αγάπη», «Εραστής στο πουθενά», «Παιδιά στο φως», «Τράβα καρδιά μου», «Πορεία ατέλειωτη», «Άσε το όνειρο να πιει», «Απόψε στο ελληνάδικο», «Αλήτισσα τσιγγάνα γη», «Άναψε το φως σου», «Ο κόσμος είσαι εσύ» κ.α.

«Π»: Οι στίχοι σας εμπεριέχουν μηνύματα. Έχουν διδακτικό χαρακτήρα;

Η.ΚΡ.: Ο αρχικός στόχος για μένα όταν φτιάχνω ένα στιχάκι για τραγούδι δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο διδακτισμός ή να περάσω μ’ αυτό κάποιο μήνυμα. Ό,τι γράφω είναι βγαλμένο απ’την ψυχή μου. Τώρα, αν αυτό βγαίνοντας στο φως, μπορεί να διδάξει κάτι ή να στείλει κάποιο μήνυμα, εγώ δεν θα το πω. Το αφήνω στους άλλους να το νιώσουν, να το καταθέσουν. Ούτως ή άλλως το καλλιτεχνικό δημιούργημα δεν είναι μονοσήμαντο. Επιδέχεται πολλές, ακόμη και αντιτιθέμενες μεταξύ τους ερμηνείες. Και η ερμηνεία είναι μέρος της διαδικασίας ανάλυσης και της ανασύνθεσης του στιχουργήματος σε ένα νέο πια, έργο.

 
«Π»: Ποιο είδος μουσικής αγαπάτε;

Η.ΚΡ.: Είμαι παιδί της γενιάς των 60’s. Μεγάλωσα μ’ όλα τ’ ακούσματα εκείνης της εποχής. Από Rolling Stones, Beatles, Animals, Charms, μέχρι τον Χιώτη, και τους άλλους μεγάλους, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Παπαϊωάννου, Ζαμπέτα. Ατέλειωτος ο κατάλογος με τεράστιες φωνές μοναδικές. Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Αγγελόπουλος… Κι εδώ ατέλειωτος ο κατάλογος. Σήμερα, που το τραγούδι έχει δυστυχώς εμπορευματοποιηθεί, η ποιότητα του έχει εκπέσει. Παρόλ’ αυτά, υπάρχουν κάποιοι λίγοι γενναίοι, τις περισσότερες φορές τελείως άγνωστοι, που επιμένουν να γράφουν τραγούδια ψυχής, τραγούδια με ποιότητα. Αποφεύγω την ονοματολογία για να μην αδικήσω κανένα . Και εν πάσει περιπτώσει παραδειγματικά θα πω πως δε θ’ ακούσεις ποτέ την Χαρούλα Αλεξίου να τραγουδήσει  κάτι που δε θες να το ξανακούσεις. Ακούω λοιπόν ό,τι μπορεί να μου αγγίξει την ψυχή, είτε αυτό λέγεται έντεχνο, ή απλά λαϊκό ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο!!!

 
«Π»: Τι είναι η ποίηση για εσάς;

 
Η.ΚΡ.: Όλη μου η ζωή! Το ξημέρωμα μιας μέρας, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα δειλινό, το κοίταγμα του φεγγαριού, το τραγούδισμα του τριζονιού μες στη σιγαλιά της νύχτας, το πέσιμο ενός κιτρινισμένου φύλλου, το μύρισμα ενός λουλουδιού, ένας περίπατος μέσα στο δάσος, πλάι στο κύμα, μέσα στη βροχή, σε μια κατηφοριά ενός ξέφωτου ένα βλέμμα που δε θα ξεχάσεις ποτέ, μια αγκαλιά ζεστή, όπως της μάνας, ένα γλυκό φιλί που θα σημαδέψει τη ζωή σου, ν’ ακούς την ανάσα σου, τους κτύπους της καρδιάς σου, να προσμένεις με λαχτάρα τη χαρά που θα έρθει με τ’ όνειρο σου πλάι, ν’ αποδέχεσαι με γενναιότητα τη φυσική φθορά του σώματός σου στο χρόνο φτιάχνοντας την ψυχή σου ολοένα και πιο νέα. Ποίηση είναι η αγάπη για την ίδια τη ζωή, για όλον τον κόσμο, ορατό και αόρατο. Θα μπορούσα να μιλώ ατέλειωτα για το τι είναι η ποίηση για μένα.

 
«Π»: Σε ποιά ηλικία γράψατε το πρώτο σας ποίημα;

Η.ΚΡ.: Ήμουν θυμάμαι 20 χρονών. Ζητούσαν έναν ύμνο για την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου των ανδρών. Είχα πάθος μεγάλο για το ποδόσφαιρο τότε. Κάθισα και τον έγραψα. Δεν τον έστειλα ποτέ τον ύμνο. Για λόγους καθαρά προσωπικούς δεν δημοσίευσα ποτέ το πρώτο μου ποίημα. Αυτή ήταν και η πρώτη μου εμπειρία με το στίχο. Η ζωή μου ήταν σκληρή, δεν μου έδινε την χρονική πολυτέλεια τότε  να αποτυπώσω τα εσώψυχά μου στο χαρτί. Τα μάζευα έτσι σαν σε μια στέρνα μέσα μου. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να τολμήσω ξανά να γράψω. Μετά τα 40 μου άρχισα δειλά-δειλά. Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να μορφοποιηθούν λεκτικά οι ατέλειωτες συναισθηματικές μνήμες της εσωτερικής μου στέρνας.

«Π»: Ποιές είναι οι διαφορές ενός ποιήματος με ένα τραγούδι στην συγγραφή;

Η.ΚΡ.: Η Ποίηση είναι η τέχνη του λόγου που συνήθως – λέω συνήθως γιατί υπάρχει και το πεζό ποίημα – χρησιμοποιεί ως δομικό στοιχείο τον στίχο. Άρα εγγενώς η ποίηση με τη στιχουργία ταυτίζονται. Εμείς πάλι, στην καθημερινότητα, θέλοντας να κάνουμε μια διάκριση μεταξύ της ποίησης ως λογοτεχνικό δημιούργημα και του στιχουργήματος ως ενός πιο εύκολου παιχνιδιού με τις λέξεις, που γράφεται με σκοπό να πλαισιώσει μια μουσική, ώστε να φτιαχτεί ένα τραγούδι, ονομάζουμε τους δημιουργούς των στίχων ενός τραγουδιού στιχουργούς. Άλλοι πάλι νομίζουν πως η διαφορά στίχου και Ποίησης είναι καθαρά θέμα μετρικής. Δηλαδή ότι ο στιχουργός οφείλει να χρησιμοποιήσει μέτρο, ρυθμό, ομοιοκαταληξία, συγκεκριμένη δομή-κουπλέ και ρεφραίν- για να φτιάξει ένα τραγούδι. Η δική μου θέση δεν ταυτίζεται ακριβώς με τις παραπάνω απόψεις.
Θεωρώ πως η Ποίηση είναι κάτι δύσκολο, είναι Τέχνη, είναι η έκφραση της βαθιάς ουσίας του ανθρώπου, η σφραγίδα του πάνω στη γλώσσα και στον κόσμο. Ο άξιος και χαλκέντερος στιχουργός, όμως, μπορεί να γράψει Ποίηση. Ούτε η χρήση της μετρικής τον περιορίζει (ας μην ξεχνάμε ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής ποίησης γράφτηκε πάνω σε παραδοσιακό, όπως τον ονομάζουμε στίχο – πχ. Παλαμάς), ούτε όμως είναι και η χρήση της απαραίτητη (ακόμη και αυτά τα πολύ ιδιόρρυθμα στον στίχο τους καβαφικά ποιήματα βρήκαν εν τέλει την μουσική μελωδία τους).
Η ιδιαιτερότητα του στιχουργού απλά είναι πως, έχοντας στο μυαλό του τις μουσικές φόρμες, αυτοπεριορίζεται μορφικά, προσπαθώντας να αποτυπώσει την Ιδέα, το περιεχόμενο δηλαδή, σε συγκεκριμένη εξωτερική μορφή. Αυτό σίγουρα δεν του δίνει την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης, αλλά τον παρακινεί να δουλέψει παραπάνω με τη γλώσσα και το θέμα του, ώστε η μορφή να αντικατοπτρίζει τελικά αρμονικά το περιεχόμενο. Και επειδή το τραγούδι είναι ένα επικοινωνιακό μέσο ανάμεσα στον δημιουργό και στον ακροατή, ο στιχουργός οφείλει να λάβει υπ’ όψιν του και αυτή τη διάσταση: το τραγούδι χρειάζεται να είναι σύντομο, περιεκτικό, ικανό να προκαλέσει τη συγκινησιακή φόρτιση του ακροατή και την συναισθηματική του ταύτιση με τα νοήματα του στίχου.

«Π»: Ποιους στιχουργούς θαυμάζετε;
 

Η.ΚΡ.: Για μένα ο μεγαλύτερος όλων μακράν, είναι ο Νίκος Γκάτσος, ο οποίος έχει συνενώσει την στιχουργική τέχνη με την ποίηση. Δεν ξεχωρίζεις εδώ τον στιχουργό από τον ποιητή. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου με τον ύμνο της «Δυο πόρτες έχει η ζωή» έχει σημαδέψει την ψυχή μου. Ο Κώστας Βίρβος είναι πλέον ένας θρύλος της στιχουργικής και πολλοί άλλοι της γενιάς του, όπως ο περίφημος «Τσάντας», Χαράλαμπος  Βασιλειάδης. Δεν θα παραλείψω τον μετέπειτα μεγάλο συνθέτη και στιχουργό, Μάνο Λοΐζο, όπως και τους νεότερούς του, Μανώλη Ρασούλη, Ηλία Κατσούλη. Από τους σύγχρονους, εν ζωή, θα πω τον Μάνο Ελευθερίου, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο τον Μιχάλη Γκανά, την Μαριανίνα Κριεζή, την Λίνα Νικολακοπούλου, αλλά και πολλούς- πολλούς άλλους σπουδαίους και που είναι αδύνατον εδώ να τους αναφέρω όλους.

«Π»: Υπάρχουν περίοδοι χωρίς έμπνευση;
 

Η.ΚΡ.: Ο διψασμένος μπορεί να καταλάβει την αξία του νερού μόνον όταν διψά ανυπόφορα κι ο πεινασμένος θα νιώσει την αξία του φαγητού μόνον  όταν του λείπει παντελώς. Το ίδιο νιώθει κι ο δημιουργός, όταν για πολύ καιρό δεν μπορεί να εμπνευστεί, όταν «λιμνάσει» το μυαλό του και η ψυχή του. Είναι πράγματι πολύ δύσκολες περίοδοι. Αλλά πάντα ελπίζεις πως θα γίνει το αναπάντεχο να δεις το απρόσμενο. Την σπίθα που καρτερεί κρυμμένη να γίνεται πυρκαγιά. Περιμένεις το «πλήρωμα» του χρόνου. Κι η χαρά που βιώνεις είναι τόσο μεγάλη, όταν κάποτε συμβεί, που τα λόγια είναι φτωχά να την περιγράψουν.

«Π»: Με ποιον γνωστό συνθέτη θέλετε συνεργασία; 

Η.ΚΡ.: Για κάθε στιχουργό, πιστεύω  είναι μεγάλη η τιμή να συνεργαστεί μ` έναν καταξιωμένο στο χώρο μουσικοσυνθέτη. Κι έχω κατά νου πολλούς. Αλλά εκείνο που με καίει πάντα και παρακαλώ, είναι αυτό το στιχάκι που φτιάχνω βγαλμένο απ’ την ψυχή μου, να συνενωθεί με τη μουσική εκείνη που θα με κάνει να δακρύσω, να συγκλονιστώ, να νιώσω ότι το «παιδί» που γέννησα βρήκε εκείνον που θα το αγαπήσει αιώνια. Θα προτιμούσα λοιπόν να συμβεί αυτό που σας περιέγραψα κι ας ήταν ο συνθέτης του ο πιο άσημος, ο πιο άγνωστος.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή