Ο τίτλος του σημερινού άρθρου προέρχεται από σχόλιο του κ. Π. Γκαλβίνη, αναπληρωτή καθηγητή του Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, το οποίο παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω. Το άρθρο το γράφω το βράδυ της τηλεμαχίας των πολιτικών αρχηγών, debate επί το ελληνικότερον. Θυμήθηκα ότι στο φύλλο του ΠΑΛΜΟΥ στις 27/4/2012 είχα γράψει πάλι ένα άρθρο για το τότε μη γενόμενο όμως debate Σαμαρά-Βενιζέλου με τίτλο «Debate, τηλεμαχία ή κοκορομαχία;» και σας συνιστώ να του ρίξετε πάλι μια ματιά όπως έκανα και εγώ.
Eχοντας ξεχάσει τι είχα γράψει πριν τρία χρόνια, με έκπληξή μου διαπίστωσα ότι αν αλλάξεις τα πρόσωπα σε αυτό το άρθρο, τα υπόλοιπα παραμένουν αναλλοίωτα από το 2012. Ίδια μέθοδος debate, αυτοδυναμίες από τον ΣΥΡΙΖΑ, μεθοδολογίες πως θα δελεάσουμε τον ψηφοφόρο κ.τ.λ. Ακόμη και τα ΜΜΕ έχουν τα ίδια σχόλια, ερωτηματικά και επιχειρήματα σχετικά με το debate. Αυτή η σύμπτωση είναι η απόλυτη απόδειξη του δικού μου ισχυρισμού στο παλαιότερο άρθρο ΜΟΥ με τίτλο «ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ», αλλά και του ισχυρισμού του καθηγητή κου Γκαλβίνη. Τα εκατοντάδες αρνητικά σχόλια που συγκέντρωσε το debate, ανάγκασαν τους πολιτικούς αρχηγούς των δύο μεγάλων κομμάτων να επαναλάβουν ένα μικρότερο μεταξύ τους debate, κάνοντας δειλά βήματα προς την σωστή κατεύθυνση οργάνωσης μιας τηλεμαχίας.
Παρακολούθησα την συζήτηση και δεν άκουσα τίποτα να λέγεται σχετικά με το ζητούμενο για την χώρα που είναι η συνολική αλλαγή. Εκείνο που μου έκανε όμως αλγεινή (κάκιστη) εντύπωση είναι η προσπάθεια του σκηνοθέτη να δείξει υψηλότερο τον Τσίπρα έναντι του Μεϊμαράκη!!! Είναι το δείγμα του απόλυτου φασισμού! Είναι η νοοτροπία που έχουν όλα τα άτομα που έχουν εντρυφήσει και χρησιμοποιούν τις μεθόδους του προπάππου τους Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν.
Σας παραθέτω λοιπόν αυτούσιο το άρθρο και θα κλείσω με μερικά σχόλια.
«Η ελληνική κοινωνία δε θέλει μεταρρυθμίσεις. Τις σιχαίνεται. Όχι μόνο τώρα, τον καιρό της κρίσης. Αλλά και παλιότερα. Τη δεκαετία του ’80, για παράδειγμα, όταν ανέτρεψε το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης με το “Τσοβόλα δώστα όλα”˙ ένα σύνθημα που ερωτεύτηκε με το ίδιο πάθος που το κατήγγειλε. Τη δεκαετία του ’90, όταν μετέτρεψε τον εκσυγχρονισμό σε ύβρη και τη δεκαετία του 2000, όταν έκανε την επανίδρυση του κράτους, χλεύη.
»Για τριάντα ολόκληρα χρόνια, η ελληνική κοινωνία μπολιάστηκε με τόσο ισχυρά αντισώματα, που καμιά μεταρρυθμιστική ασθένεια δεν μπορούσε να διεισδύσει στο σώμα της. Την απέβαλλε με εντυπωσιακή ευκολία. Αναζητούσε κατ’ αρχήν εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις στο εσωτερικό του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος που θα έκαναν από μέσα τη δουλειά. Όταν αυτό αποδεικνυόταν αναποτελεσματικό, προσέτρεχε στις αντίπαλες δυνάμεις που καραδοκούσαν, πρόθυμες ν’ ανατρέψουν τους φορείς της μεταρρυθμιστικής ασθένειας και ν’ ανασχέσουν την εξάπλωση του επικίνδυνου ιού της.
»Όταν κάποιες φορές καθίστατο αδύνατη ή και μη επιθυμητή η ανάσχεσή του, τότε ο ιός απομονωνόταν ώστε να αναπτυχθεί σ’ ένα μέρος μόνον του σώματος της ελληνικής κοινωνίας, αφήνοντας ανέπαφο το υπόλοιπο. Έτσι καταφέραμε, για παράδειγμα, να μπούμε στην Ευρωζώνη χωρίς να σταματήσουμε το παράλληλο πάρτι, το οποίο συνεχίσαμε με αυξανόμενη φρενίτιδα, μέχρι που πτωχεύσαμε. Κι όταν πτωχεύσαμε πλέον, τότε εκδηλώθηκαν με λυσσώδη τρόπο τα πιο ισχυρά αντισώματα της ελληνικής κοινωνίας.
»Αυτή τη φορά, οι εχθροί κατέφθασαν με ενισχύσεις απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Κι όμως, ηττήθηκαν κατά κράτος όχι από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλ’ από μια κοινωνία αποφασισμένη να μην αλλάξει τίποτε. Η στρατηγική της άμυνας που περιγράψαμε ανωτέρω, εφαρμόστηκε κατά γράμμα και τον καιρό της κρίσης. Και εξακολουθεί να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι σήμερα, με εξαίρεση ορισμένες καινοτόμες τεχνικές που επινοήθηκαν τελευταία, όπως για παράδειγμα το δημοψήφισμα και οι επαναλαμβανόμενες εκλογές, για να μάθουν οι ξένοι τι θα πει δημοκρατία.
»Η ελληνική κοινωνία έβρισκε πάντα πρόθυμες πολιτικές δυνάμεις για να εξυπηρετηθεί. Το 2012, αγκάλιασε με πάθος και ανέδειξε σε κυρίαρχη τη μόνη δύναμη που στα μάτια της μπορούσε να ανακόψει τη μεταρρυθμιστική λαίλαπα: τον Σύριζα που της υποσχόταν με πειστικό τρόπο να κάνει τη δουλειά. Τα Ζάππεια είχαν αρχίσει πλέον να ξεθωριάζουν, ενώ αυτός εγγυόταν όχι μόνο την ανάσχεση της μεταρρύθμισης, αλλά και την ανατροπή της. Κι όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στα έργα. Οι λεπτομέρειες περιττεύουν…
»Η υπόσχεσή του δεν ήταν μόνο να εμποδίσει την διάδοση του μεταρρυθμιστικού ιού στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά να το γιατρέψει κιόλας. Θα επέστρεφε τους μισθούς και τις συντάξεις, θα επανέφερε τα χαμένα προνόμια, θα ξανάρχιζε τους διορισμούς και τις δημόσιες επενδύσεις κι όλα θάτανε πάλι όπως πριν. Όπως παλιά! Μόνο σαν αστείο μπορεί, λοιπόν, να λέγεται ότι ο Σύριζα αντιπαλεύεται το παλιό. Αυτός που εξουσιοδοτήθηκε να φέρει πίσω το παλιό! Προς στιγμήν μόνο μας απογοήτευσε. Τώρα, όμως, συνήλθε, πήρε το μάθημά του και υπόσχεται ν’ αλλάξει ό,τι υπέγραψε, να μην τα εφαρμόσει με τον τρόπο που τα συμφώνησε, ν’ αναζητήσει ισοδύναμα μέτρα, να πετάξει πιο μακριά τη μπάλα στην κερκίδα, να βρει τρόπο τέλος πάντων. Αυτός απέδειξε ότι ξέρει…
»Αυτός είναι, λοιπόν, ικανότερος να εφαρμόσει το Μνημόνιο με τρόπο που θα βλάψει λιγότερο τον ευαίσθητο σε μεταρρυθμίσεις οργανισμό της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτός είναι που θα της διασφαλίσει το παράλληλο σύμπαν, απομονώνοντας τον επιθετικό ιό που πάει να κυριεύσει το σώμα της. “Παράλληλο πρόγραμμα” λέγεται αυτό! Είναι ένα καινούργιο, πανίσχυρο αντιβιοτικό, που ενδείκνυται όταν τα “ισοδύναμα μέτρα” δεν καταφέρουν να σκοτώσουν τον ιό. Προεκλογική έμπνευση δίχως όρια… Και στο βάθος, μια ακόμη εθνική καταστροφή δια χειρός της ελληνικής κοινωνίας».
Για να μην βγει αληθινός ο καθηγητής θα πρέπει να γίνει κυβέρνηση συνεργασίας όλων των «μνημονιακών» κομμάτων και του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένου.
Πρέπει επιτέλους να γίνει μια μεγάλη συζήτηση ώστε να καταλάβουμε τι εστί μνημόνιο και την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στην Ελληνική κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σίγουρο ότι θα είναι στην κυβέρνηση βγει δεν βγει πρώτο κόμμα. Ο λόγος είναι ότι αν κερδίσει θα είναι στην κυβέρνηση αναγκαστικά και θα πρέπει με την βοήθεια της ΝΔ και των ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα που δεν πιστεύει. Εδώ θα είναι και η ουσιαστική βοήθεια των συνεργαζόμενων κομμάτων. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ βγει δεύτερος και προτιμήσει να μείνει στην αντιπολίτευση, θα δεχθεί ισχυρές πιέσεις από τις συνιστώσες για αντιδράσεις στους εφαρμοστικούς νόμους του μνημονίου που ψήφισε. Εδώ θα έχουμε μια ανακολουθία έργων και λόγων που ο Τσίπρας δεν θα το δεχτεί και τότε θα αρχίσουν οι διασπάσεις σε αυτό το κόμμα. Στην περίπτωση αυτή τολμώ να προβλέψω ότι θα έχει διαλυθεί μέσα σε ένα χρόνο.
Υ.Γ.: Θα ήθελα να δώσω μια μικρή απάντηση στον κ. Πετρόπουλο που σχολίασε το άρθρο μου για το ΠΑΛΑΙ. Στο άρθρο πρότεινα να υπάρχει χώρος και για άθληση (μπάσκετ, ποδόσφαιρο, γυμναστήριο, πολιτιστικών εκδηλώσεων κ.τ.λ.). Ακόμη πρότεινα και τρόπους χρηματοδότησης, τα οποία ο κ. Πετρόπουλος αποσιωπά με την γνωστή τακτική των αγκιτατόρων των μαζών.
Ο κ. Πετρόπουλος δεν ανέφερε κανένα συγκεκριμένο σχέδιο για το ΠΑΛΑΙ, αλλά γενικά και αόριστα τα άφησε όλα στα χέρια του κράτους αφού πριν μας έκανε ανάλυση για τον νεοφιλελευθερισμό και νεοκαπιταλισμό. Ο νεομαρξισμός που είναι κ. Πετρόπουλε; Απαντήστε σε ένα μόνο ερώτημα: Ποιος θα πληρώνει το ρεύμα στο γυμναστήριο αν το έχει π.χ. ο δήμος;
Η εποχή της γενικολογίας και αοριστολογίας πάει προς την δύση της. Η ελληνική κοινωνία θέλει συγκεκριμένες και οικονομικά μετρήσιμες απαντήσεις. Μέχρι και το κόμμα του Λεβέντη προτείνει συγκεκριμένα μέτρα αν μπει στην Βουλή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΛΑΕ, το ΚΚΕ κ.τ.λ. ποτέ δεν συγκεκριμενοποιούν τα λόγια τους. Θυμηθείτε τον ΣΥΡΙΖΑ. Θα καταργούσε με ένα νόμο και ένα άρθρο το μνημόνιο και θα έδινε κατώτατο μισθό 751ευρώ.