Το μαρτύριο των διακοπών

Αλήθεια, πόσο δίκιο ή πόσο άδικο μπορεί να έχει ο λαός, όταν τα κάνει σαλάτα κι αρχίζει την έπαρση λέγοντας πως «εμείς οι Έλληνες είμαστε μια σπουδαία και σπάνια φυλή» και μάλιστα το διανθίζει με διάφορα κοσμητικά και καλλωπιστικά στοιχεία. Η αλήθεια είναι πως όντως είμαστε μια σπουδαία και σπάνια φυλή, φορτωμένη αναμφίβολα με πλούσια ελαττώματα και άφθονα προτερήματα. Μα έρχονται στιγμές που πραγματικά τα κάνουμε σαλάτα, και μάλιστα μεσογειακή σαλάτα, σαν αυτή που κάθονται στο τραπέζι τέσσερεις γερμανοί τουρίστες και την καταβροχθίζουν τρώγοντας μια φρατζόλα ψωμί, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και στο τέλος, ζητάνε και απόδειξη, για να εισπράξουν προφανώς επιστρέφοντας στην πατρίδα τους αυτά που τους χρωστάμε. Παρόλα αυτά εγώ επιμένω πως η ταυτότητα αυτού του λαού, έχει όντως τα δικά της ιδιαίτερα αρχέγονα γονίδια κρυμμένα βαθειά στο πυρήνα της, που αποτυπώνουν τη μοναδικότητα του ελληνικού DNA.

Προσωπικά πιστεύω ότι το πιο σπουδαίο και μάλιστα ξεχασμένο στις μέρες μας γονίδιο, είναι αυτό της «Γενναιότητας». Γενναιότητα είναι η εσωτερική δύναμη που χρειάζεται κανείς, για να αντλήσει τα εναπομείναντα ψυχικά του αποθέματα και να υπερασπιστεί τα ιδανικά του, τον πολιτισμό του, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την ελευθερία και τη γη που άφησαν κληρονομιά οι πρόγονοί μας για να τη παραδώσουμε με τη σειρά μας στην επόμενη γενιά. Πιστεύω λοιπόν πως αυτή η «Γενναιότητα» μετά από τετρακόσια χρόνια λευτέρωσε τη φυλή των Ελλήνων. Αυτή η «Γενναιότητα» μετά από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς κατάφερε να κρατήσει ζωντανές τις ρίζες τις παραδόσεις και τον λαμπρό αρχαίο πολιτισμό της.
Πολλές φορές λέμε, με καταφρόνια αντιλαμβανόμενοι τις καταβολές μας, πως βρισκόμαστε εκατό χρόνια πίσω έναντι των αναπτυγμένων χωρών, πάλι καλά λέω που παραμείναμε μόνο εκατό χρόνια πίσω μετά από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς και μάλιστα «υπόδουλοι μιας κατώτερης φυλής». Τι να πει κανείς, τετρακόσια χρόνια κατακτητής και δεν άφησε πίσω του μια κολώνα, ένα γιοφύρι, μια γραφή, κάτι που να θυμίζει ρε αδερφέ τον δικό του πολιτισμό, τίποτα απολύτως τίποτα. Το μόνο δυστυχώς που άφησε και μάλιστα πέρασε στο πετσί μας ήταν, η μπέσα, η μπαμπέσα, το μπαξίσι, το πεσκέσι, το παζάρι και άλλα παρόμοια. Η «Μπέσα» του κατακτητή και το «φιλότιμο» του έλληνα είναι η έκφραση μέσω της οποίας δικαιολογούμαι κάθε φορά τα αδικαιολόγητα, μάλιστα, ορισμένοι αφελώς  επαίρονται, πως το φιλότιμο είναι λέξη ελληνική που όμοιά της δεν υπάρχει σε άλλο λεξιλόγιο και έθνος, χωρίς αυτό να θεωρείτε ύποπτο. Δυστυχώς το «φιλότιμο» και η «μπέσα» έρχονται πάντα ως δικαιολογία για να απαλείψουν τα πραγματικά ελληνικά αρχέγονα αυθεντικά γονίδια, της Τιμιότητας, της Υπευθυνότητας, της Δικαιοσύνης, της Εντιμότητας, της Γενναιότητας και πολλών άλλων.

Μα για να είμαι δίκαιος και με την ιστορία της φυλής και με την ισορροπία της φύσης, αν στο ένα τάσι της ζυγαριάς βάλεις, το βάρος της «Γενναιότητας», στο άλλο τάσι για να ισορροπήσει το ζύγι, θα πρέπει να βάλεις το κουσούρι της ελαφρότητας, της επιπολαιότητας, και της αήττητης «Ηλιθιότητας» που μας δέρνει. Ναι, «Γενναίοι» και «Ηλίθιοι» μαζί στο ίδιο ζύγι. Για να μην σας κουράσω όμως με τις φιλοσοφικές μου σκέψεις, θα προσπαθήσω ακολούθως να σας περιγράψω με το δικό μου γλαφυρό τρόπο, το Γενναίο και τον Ηλίθιο συγκάτοικους στο ίδιο σώμα. Βέβαια αυτά που γράφω δεν αποτελούν προϊόν φιλοσοφικής ή επιστημονικής γνώσης και τεκμηρίωσης, απλά είναι μια ευγενική προσπάθεια «δημιουργικής γραφής» Πασπαλισμένης με «δημιουργική ασάφεια», αηδία των πολιτικών τρόλλ, προπαγάντα των Τιβι κοντρόλ, ανοησία των κάπιταλ κοντρόλ, αγωνία των παθόντων, πόνο των αναξιοπαθούντων, βολή των αστών και ανείπωτο δράμα των μεταναστών. (Βέβαια, αν θελήσετε να εντρυφήσετε περισσότερο στην εικόνα του Ηλιθίου, θα πρέπει να ανατρέξετε στο μυθιστόρημα του «Φιοντόρ Ντοστογιεύσκι» «ο Ηλίθιος» το οποίο προσεγγίζει απόλυτα το θέμα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα).

Κλεάαανθηηηηη … μια τσιριχτή γυναικεία φωνή με επαναφέρει απ’ τις τρικυμιώδεις φιλοσοφικές μου σκέψεις στην εμπόλεμη μεταναστευτική φυγή που προκαλούν τα τελευταία τριάντα χρόνια «τα μπάνια του Λαού». Δυο μέρες πριν της Παναγίας, μεγάλη η χάρη της, φορτωμένος με κράνος παλάσκες και ξηρά τροφή, παρασύρομαι απ’ το μαινόμενο πλήθος, προσπαθώντας να αδράξω τον καταπέλτη του «Διονύσιος Σολωμός» της Κεφαλλόνιαν Lines… Αφού καταλάβαμε με τα τροχοφόρα τον εύφορο κάμπο της Κυλλήνης, επόμενος στόχος η κατάληψη των ανωτέρω στρωμάτων και καταστρωμάτων του Διονύσιος Σολωμός…. προπομπός η σύζυγός μου και μια μοίρα περίπου εκατό εποχούμενων ανιχνευτών, έχει προηγηθεί ως είθισται για τον εντοπισμό ελεύθερου τραπεζοκαθίσματος. Παιδιά, σκυλιά, γατιά, διαγκωνίζονται στις σκάλες και τα σαλόνια του Διονύσιος Σολωμός άδοντας τον ύμνο προς την ελευθερία (σιγά κυρία μου, μη σπρώχνεις – προχώρα ρε μπάρμπα που θέλεις και διακοπές – δεν το βλέπεις το σκυλάκι, ρε στραβούλιακα – τι κοιτάς κυρία μου, άντε στη χώρα σου να φας κανά βελανίδι)… Φορτωμένος στην πλάτη μου το μισό σπίτι και όλη την καρνταρόμπα της κυρίας, ακολουθώ με βήμα γοργό τα τάγματα κατάληψης.
 Κλεάαανθηηηη… σηκώνω τα μάτια μου ψηλά και βλέπω στο δεύτερο κατάστρωμα μια εύσωμη γυναικεία φιγούρα γύρω στα σαράντα να φωνάζει τον Κλεάνθη… στο Δεύτερο στο Δεύτερο του φωνάζει κάνοντας χειρονομία να βιαστεί… μπροστά μου ο Κλεάνθης, ψηλός, λυγερόκορμος, ξερακιανός, με άσπρο καπελάκι προσκοπικό και φανελάκι λευκό ξώπλατο μινέρβα, μαύρα χοντρά, κοκκάλινα γυαλιά μυωπίας, λευκή κάλτσα πάνω απ’ τον αστράγαλο και με το γυαλιστερό γαλάζιο του λουστρίνι, σπρώχνει κουνάμενος λιγάμενος, που έλεγε κι γιαγιά μου η Τασσώ, το φορτωμένο αναπηρικό καροτσάκι με το συζυγικό βάσανο της  υπέρβαρης πεθεράς. Θα μου πεις πως κατάλαβες ότι «το βάσανο» είναι η πεθερά και όχι η μάνα του, όσο κι αν ψάξεις, δεν θα βρες μάνα που θέλει να γίνει φόρτωμα στο αγόρι της, μόνο το κομπόδεμα της πεθεράς φίλε μου απαιτεί διακοπές. Με τα πολλά και με τα λίγα, θα σας πω σε λίγο και τη σύνταξη άφησε πίσω του ο μακαρίτης.


Θεέ μου… πες μου τι έμπνευση και τι στίχους θα ‘γραφε ο εθνικός μας ποιητής αν μας έβλεπε σήμερα σ’ αυτό το χάλι.
Αμάν, μου κάνει η γυναίκα μου, πάψε επιτέλους να σκέφτεσαι … από αυτή τη στιγμή αρχίζουν οι διακοπές, θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα αφήσεις πίσω σου όλα τα βάσανα της δουλειάς, θα χαλαρώσεις και θα φχαριστηθείς τις διακοπές… Με πιάνω να κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι και να τραυλίζω μέσα μου… απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά … είχα κολλήσει σ’ αυτή τη στροφή του ποιητή σα να ‘ξερα τι με περιμένει. Πιο δίπλα άλλη μια κυρία, που είχε επιζήσει από τη μάχη της Σαλοτραπεζαρίας, έκανε το σταυρό της και έλεγε το πάτερ ημών. Πιο πέρα άλλη μια γύρω στα 65, είχε βάλει τέσσερεις πέντε τσάντες σε όλες τις καρέκλες γύρω από το τραπέζι που καθόταν μόνη της και με κοίταζε σαν μπουλντόκ μη τυχόν ζυγώσω και της πάρω καμιά καρέκλα.

Απέναντι ο έρμο Κλεάνθης είχε στήσει φαρδύ πλατύ «το βάσανο» πάνω στον καναπέ, με κάτι πόδια σα μπουκάλες υγραερίου και η κόρη από πάνω με την κινέζικη βεντάλια, προσπαθούσε μπας και κατέβει ο αέρας απ’ το λαρύγγι που πνιγόταν απ’ το πάχος, ο φουκαράς ο Κλεάνθης που δεν ξέρω πως ανέβασε «το Βάσανο» στο δεύτερο, έβγαλε μέσα από ένα τεράστιο ψυγείο φελιζόλ που είχε στη πλάτη του, μια μαύρη μπακέτα ψωμί, να «μετασυγχωρήσεως», την πασάλειψε με δυο στρώσεις Φιλαδέλφεια, ένα κουτάκι ΖΒΑΝ, ένα κεφάλι γραβιέρα «αρσενικό» Νάξου, δυο αυγά βραστά και μια ντομάτα Ζαχάρως 500 γραμμαρίων παρακαλώ και η κόρη από δίπλα παρότρυνε τον αχαΐρευτο να κάνει πιο γρήγορα … πιο γρήγορα Κλεάνθη πιο γρήγορα, έχει πέσει το ζάχαρο της μαμάς, πόσο να αντέξει η χριστιανή μια τέτοια ταλαιπωρία…  Ποιος είδε τα σαγόνια του καρχαρία και δεν φοβήθηκε, αν βλέπατε «το βάσανο» πώς καταβρόχθιζε τη μπακέτα… Μη κοιτάς, λέει η γυναίκα μου από εκεί, ευκαιρία είναι στις διακοπές να χάσεις τρία με τέσσερα κιλά … τρία με τέσσερα κιλά ψιθύρισα;;; Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά … σου είπα πάψε επιτέλους να σκέφτεσαι τις δουλειές σου στις διακοπές … χαίρε ω χαίρε λευτεριά….
Πριν δέκα μέρες ο Κλεάνθης ξεχορτάριασε στη Νάξο το εξοχικό του μακαρίτη που τον κυνηγούσε και μετά θάνατο, κι αφού τέλειωσε με τα γραμμάτια του μακαρίτη πήρε «το βάσανο» να κάνει δέκα μέρες διακοπές στη Κεφαλονιά. Ανεβοκατέβαζε το «Βάσανο» στις παραλίες, το άλειφε με κόπερτον, κι έτρεχε στα ΑΤΜ να σηκώσει τα 60 ευρώ από τη σύνταξη του μακαρίτη, γύριζε ο Κλεάνθης το μεσημέρι κατάκοπος να φτιάξει τη μπακέτα της μαμάς και το απόγευμα έσπρωχνε πάλι «το βάσανο» στα μαγαζιά να δει και λίγο κόσμο. Παραδίπλα ένας τουρίστας στην παραλία, δείχνει το δράμα του Κλεάνθη και λέει «he is a brave man» (είναι ένας Γενναίος άντρας) τον ακούει ένας νεαρός ελληναράς, με μια άγκυρα στο μπράτσο, και λέει στο διπλανό του, για τον «Ηλίθιο» λέει ρε μαλάκα;;; Ο Κλεάνθης δεν κατάλαβε τι έγινε και συνέχισε…


Πόσα ψέματα να πω, Μεγαλόχαρη όταν γυρίσω στην Αθήνα … πώς να περιγράψω με ωραία λόγια το δράμα του Κλεάνθη, τα Σαγόνια του Καρχαρία, και το «Μαρτύριο των διακοπών»;;;
Το ’84 «Πρώτη Φορά Διακοπές» προσπάθησα φοιτητής να εξηγήσω στον αγρότη πατέρα μου, πόσο συμβάλουν οι διακοπές στην ποιότητα ζωής του ανθρώπου και γενικότερα πόσο βελτιώνουν την κοινωνική του συμπεριφορά, δεν μπόρεσε και δεν μπόρεσε να καταλάβει ο μακαρίτης τι του έλεγα και έφυγε με το παράπονο.
Όσο ο μακαρίτης ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να καταλάβει πόσο συμβάλουν οι διακοπές στην ποιότητα ζωής του ανθρώπου, άλλο τόσο δεν μπόρεσα να καταλάβω και γω, παρότι «γραμματιζούμενος» που ‘λεγε κι γιαγιά μου η Τασσώ, αν τελικά ο φουκαράς ο Κλεάνθης ήταν «Γενναίος» ή «Ηλίθιος»; Κι έτσι, κατέληξα σε πιο εύκολα και πρακτικά δικά μου συμπεράσματα… «Γενναίος» και «Ηλίθιος» μαζί στο ίδιο ζύγι, αυτός είναι λέω ο δικός μου ο λαός μου. Και αφού δέησε ο θεός και τέλειωσε το μαρτύριο των διακοπών, γυρίζω στην Αθήνα έχοντας χάσει τρία με τέσσερα κιλά, και την εμπιστοσύνη μου στις «Γενναίες» προθέσεις «Ηλιθίων» πολιτικών.
Πες μου, τι έμπνευση και τι στίχους θα ‘γραφε ο εθνικός μας ποιητής αν μας έβλεπε σήμερα σ’ αυτό το χάλι.
Καλό βόλι… καλόβολε Κλεάνθη.
ΥΓ. Α, ξέχασα να σας πω, 1.250 ευρώ ήταν η σύνταξη του μακαρίτη.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πήγαινε στην κορυφή