«Η ευθύνη για το πώς θα ζήσει κάποιος, νόμιμα ή παράνομα, είναι προσωπική επιλογή» – Γιάννης Πανούσης, Εγκληματολόγος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Η ευθύνη για το πώς θα ζήσει κάποιος, νόμιμα ή παράνομα, είναι προσωπική επιλογή» – Γιάννης Πανούσης, Εγκληματολόγος

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 1949. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Πουατιέ στην Γαλλία με ειδίκευση στην εγκληματολογία. Από το 1978 δίδαξε στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, όπου διετέλεσε κοσμήτορας, αντιπρύτανης και από το 1994 ως το 1997 πρύτανης. Από το 1997 διδάσκει στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου διετέλεσε και πρόεδρος ενώ έχει συμμετάσχει στις διοικούσες επιτροπές του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και του Ιονίου Πανεπιστημίου. Διετέλεσε πρόεδρος ή μέλος σε αρκετούς επιστημονικούς φορείς. Έχει παντρευτεί δύο φορές και έχει τρία παιδιά.
Από το 1978 ήταν μέλος του ΠΑΣΟΚ, από το οποίο άρχισε σταδιακά να διαφοροποιείται το 1983 και αποχώρησε επισήμως εξαιτίας του σκανδάλου Κοσκωτά. Απομακρύνθηκε οριστικά την περίοδο 2001-2002. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2006 ήταν υποψήφιος με τον Συνασπισμό για την υπερνομαρχία Αθηνών – Πειραιώς, και κατέλαβε την 4η θέση με ποσοστό, 5,71%. Στη συνέχεια προσέγγισε τη Δημοκρατική Αριστερά με την οποία εξελέγη βουλευτής Α΄ Αθηνών στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012. Αποχώρησε από την Δημοκρατική Αριστερά πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 και στην πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα το 2015 ορίστηκε Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αρμόδιος για θέματα Προστασίας του Πολίτη. Δεν ήταν υποψήφιος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


«ΠΑΛΜΟΣ»: Πώς συνάδει η λογοτεχνία και η ποίηση με την εγκληματολογία;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ: Με διάφορους τρόπους. Από τους κρατούμενους που γράφουν ποιήματα, από τους ποιητές που περιγράφουν τη ζωή στις φυλακές μέχρι την «ποιητική του φυλακισμένου χώρου» με την έννοια της ψυχολογίας του εγκλεισμού. Ενδιαφέρον έχει να μελετήσει κάποιος τ’απομνημονεύματα πολλών αποφυλακιζομένων Ελλήνων (π.χ. Σαμαράς, Μπαλέρμας, Παπαδόπουλος κλπ) ή ξένων (Ζενέ, Μεσρίν κλπ.) για να διαπιστώσει ποιά είναι η λογοτεχνία της Φυλακής.

«Π»: Ποιός ο ορισμός του εγκλήματος;
Γ.Π.: Έγκλημα με την τυπική έννοια είναι ό,τι ο ποινικός νομοθέτης ορίζει ως «πράξη άδικη και καταλογιστή που τιμωρείται». Έγκλημα με την πραγματική και ουσιαστική έννοια θεωρείται μία «ιδιαίτερα αντικοινωνική πράξη που τελείται από ένα επικίνδυνο άτομο, το οποίο στερείται αισθημάτων οίκτου και φιλαλληλίας». Σε κάθε περίπτωση, το έγκλημα δεν είναι μόνο μία έννοια του Ποινικού Δικαίου αλλά πρέπει ν’αποτελεί απαράβατο όρο του Κοινωνικού Συμβολαίου καθώς παραβιάζει βασικές αξίες της ειρηνικής συμβίωσης των ανθρώπων.

«Π»: Οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες είναι το πρόσφορο έδαφος για τα εγκλήματα;
Γ.Π.: Όλες αυτές οι αρνητικές συνθήκες συγκροτούν το πλαίσιο της ζωής. Οι αποφάσεις όμως για το πώς θα ζήσει κάποιος, νόμιμα ή παράνομα, εναπόκεινται στον ίδιο. Ακόμα κι όταν η συγκυρία λειτουργεί με καταλυτικό τρόπο (π.χ πάθος) η ευθύνη παραμένει πάντοτε προσωπική. Αν στερήσουμε από τον άνθρωπο την ελευθερία βούλησης κι επιλογής (ακόμα και του Κακού) τότε του αφαιρούμε θεμελιώδη ιδιότητα και τον καθιστούμε «όμηρο» ή βιολογικών απορρυθμίσεων ή κοινωνικών ανακλαστικών.

«Π»: Ποιά είναι η δύναμη της λογοτεχνίας;
Γ.Π.: Το ερώτημα δεν τίθεται μόνο σε σχέση με την επίδραση της Λογοτεχνίας στη ζωή αλλά και στο ρόλο του λογοτέχνη, ο οποίος συχνά ζει σε εντελώς άλλο ηθικό «κλίμα»’ απ’αυτό που περιγράφει στο έργο του. Βέβαια στο τέλος το έργο είναι αυτό που αποκτά διαχρονική αξία αλλά επειδή η προσωπικότητα του δημιουργού καλλιεργεί πρότυπα, δεν πρέπει ν’αφίσταται εντελώς από τις αξίες των βιβλίων του. Η τέχνη του λόγου είναι προσανατολισμένη στην ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, των διαπροσωπικών σχέσεων, στην περιγραφή της φύσης και των φαινομένων της, ακόμα και στα παιχνίδια της μοίρας αλλά επειδή η καλή λογοτεχνία συνιστά μέρος της κουλτούρας ενός λαού, χρειάζεται προσοχή να μη μετατρέπονται τ’ αρνητικά πρότυπα σε «είδωλα».

«Π»: Η τέχνη κάνει τον κόσμο καλύτερο; Βοηθά τους ανθρώπους να ξεφύγουν από τον κακό εαυτό τους;
Γ.Π.: Όπως έχει επισημανθεί «η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο»,αλλάζει ίσως τις απόψεις εκείνων που κυβερνούν τον κόσμο κι έτσι εμμέσως επιδρά στην πορεία της Ιστορίας. Δεν γνωρίζω αν η ποίηση μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο, ούτε μπορώ ν’απαντήσω αν κάνει τον κάθε αναγνώστη καλύτερο. Σίγουρα όμως τον καθιστά πλουσιότερο σε σκέψεις, σε πνευματική καλλιέργεια και ωριμότερο πολίτη.

«Π»: Η ποίηση, η ομορφιά, η αγάπη, το συναίσθημα είναι τα σημαντικά ζητούμενα για τον νέο – Έλληνα σήμερα;
Γ.Π.: Χρειάζονται μεγάλες απαντοχές και δύναμη ψυχής για να μπορέσεις να υπερκεράσεις τις δυσκολίες της καθημερινότητας και να βρεις στη Λογοτεχνία όχι μόνο κάποιο βάλσαμο αλλά έναν πιο αισιόδοξο προορισμό. Επειδή στην πραγματική ζωή κυριαρχούν συχνότερα ο φόβος και η ανασφάλεια, η επιβίωση σ’ έναν κόσμο αβεβαιοτήτων δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε «πνευματικοστοχαστικές αναζητήσεις».

«Π»: Τί επηρεάζει την ψυχική μας υγεία;
Γ.Π.: Η ψυχική υγεία είναι η συνισταμένη της φυσικής υγείας, της κοινωνικής υγείας, της διανοητικής υγείας και κυρίως της υπαρξιακής ισορροπίας. Πέραν της ψυχοπαθολογίας, η διαχείριση εξωτερικών ερεθισμάτων άγχους και απωλειών συνδέονται ευθέως με τον τρόπο ζωής αλλά ειδικότερα με τη φιλοσοφία ζωής.

«Π»: Γιατί είναι τόσο δύσκολο το ταξίδι της ζωής;
Γ.Π.: Ως γνωστόν το ταξίδι αυτό δεν έχει προορισμό αφού ο άνθρωπος αγνοεί, ως είδος, το σκοπό και το ρόλο του της παρουσίας του στη Γη. Πρέπει συνεπώς ο καθένας να δώσει περιεχόμενο στην – έτσι κι αλλιώς – πεπερασμένη ύπαρξή του γιατί διαφορετικά θα «τρελλαθεί» από την αγωνία του θανάτου. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι το μοναδικό πλάσμα που γνωρίζει εξαρχής ότι θα πεθάνει πρέπει να μετουσιωθεί σε δύναμη δημιουργίας κι όχι σε θρήνο αδράνειας.

«Π»: Η φαντασία, τα όνειρα και οι επιθυμίες δημιουργούν στον άθρωπο το υπόβαθρο της πληρότητας;
Γ.Π.: Η πληρότητα εμπεριέχει ωριμότητα σκέψης, ήθος πράξεων και ψυχική ευφροσύνη. Ίσως κάποιες φορές να πρέπει να συνδυάζεται και με σεμνότητα, μακρυά από επάρσεις κι αισθήματα «ανωτερότητας».

«Π»: Τί προσφέρει τελικά φως και ελπίδα σήμερα;
Γ.Π.: Αυτό το ανακαλύπτει ο καθένας μόνος του. Για πολλούς η θρησκεία, για άλλους η πολιτική, για μερικούς η επιστήμη, για κάποιους η κοινωνική καταξίωση. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κοινός παρονομαστής αφού η προσωπικότητα εκάστου – όπως έχει διαμορφωθεί – παίζει πρωτεύοντα ρόλο.

«Π»: Υπάρχει δυναμική θύμα – θύτη;
Γ.Π.: Αυτά κρίνονται ad hoc. Πολλές φορές το θύμα γίνεται θύτης και ο θύτης γίνεται θύμα γιατί αντεστράφησαν οι συνθήκες και μετεβλήθησαν οι ρόλοι. Συνεπώς οι όροι «θύτης – θύμα» κρίνονται με βάση την ποινική ευθύνη γιατί αν προσεγγίσουμε την εγκληματογόνο σχέση από ηθική ή κοινωνική άποψη, ενδεχομένως ν’ανακύψουν κι άλλες κρυμμένες ενοχές.

«Π»: Γιατί προσφεύγουν οι άνθρωποι στην παραβατικότητα;
Γ.Π.: Δεν υπάρχει γενική συνταγή. Για διαφορετικούς λόγους σε διαφορετικές συνθήκες από διαφορετικούς ανθρώπους. Άλλο το έγκλημα πάθους, άλλο το έγκλημα κακιάς στιγμής, άλλο το οργανωμένο έγκλημα, άλλο το έγκλημα απληστίας, άλλο το ιδεολογικοπολιτικό έγκλημα. Άρα η αναζήτηση κινήτρων και σκοπού καθίσταται κρίσιμος παράγοντας ερμηνείας.

«Π»: Μιλήστε μας για το βιβλίο σας «Ο Εγκληματίας στο έργο του Ντοστογιέφσκι».
Γ.Π.: Η μονογραφία «Ο Εγκληματίας στο έργο του Ντοστογιέφσκι» βασίζεται στην εγκληματολογική σκιαγράφηση των ηρώων του Ντοστογιέφσκι στα δύο σημαντικότερα μυθιστορήματά του: κυρίως στον Ρασκόλνικωφ («Έγκλημα και Τιμωρία») και στον Ιβάν Καραμαζώφ («Αδελφοί Καραμαζώφ). Από τη μελέτη δεν παραλείπονται και αναφορές σε άλλους ντοστογιεφσκικούς ήρωες, όπως π.χ. στον Μίσκιν («Ηλίθιος») ή τον Σταυρόγκιν («Δαιμονισμένοι»), αλλά σε κάθε περίπτωση οι κρίσιμες ιδεο-ψυχο-διαδρομές προσεγγίζονται εν πολλοίς με βάση τους Ρασκόλνικωφ και Ιβάν Καραμαζώφ. Εξάλλου, οι φιλοσοφικές απόψεις του γίγαντα της ρωσικής λογοτεχνίας για τον υποχθόνιο άνθρωπο, όπως αυτές αναλύονται κυρίως στο «Υπόγειο», διατρέχουν όλη τη μελέτη. Κοινός παρονομαστής των δύο υπό πραγμάτευση αθάνατων ηρώων της παγκόσμιας πεζογραφίας, είναι η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας, η υπέρβαση της ηθικής και των κανόνων, η νομιμοποίηση του εγκλήματος στη βάση του «όλα επιτρέπονται (αφού δεν υπάρχει Θεός)», το δικαίωμα να είναι κριτής και δήμιος, η μοίρα και το πεπρωμένο, η προσωπική αξιολόγηση του Καλού και του Κακού (χωρίς την παράμετρο του ανθρωπισμού), η θυσία μιας ζωής για να σωθούν πολλές, η ενοχή, η κάθαρση, η σωτηρία. Η μελέτη εμπλουτίζεται και συνοδεύεται από τέσσερα παραρτήματα (εργογραφία του Ντοστογιέφσκι, ελληνικές μεταφράσεις και θεατρικές αποδόσεις των έργων του), βιβλιογραφία και θεματικό ευρετήριο.
Σε γενικές γραμμές ο Ρασκόλνικωφ είναι ένας φτωχός, ιδεοληπτικός, αμοράλ αλλά «περήφανος» φοιτητής, ο οποίος για να βρει διέξοδο από τη μιζέρια του σκοτώνει και κλέβει μια γριά τοκογλύφο που τη θεωρεί βλαβερή ύπαρξη, μία «ψείρα». Δεν χρησιμοποιεί τα λεφτά, δεν αφήνει ίχνη, αλλά βασανίζεται από μια εσωτερική τιμωρία. Από «υπεράνθρωπος» αρχίζει να αισθάνεται παγιδευμένος. Φοβάται μήπως ο ανακριτής Πορφύριος (που τον υποπτεύεται και «παίζει» μαζί του) αποκαλύψει το έγκλημά του, συλληφθεί και (κατα)δικαστεί.
Και όμως, επηρεασμένος από τη Σόνια, μια κοινή γυναίκα που τον αγαπάει και του συμπαραστέκεται, πηγαίνει μόνος του και παραδίδεται. Καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία όπου τον ακολουθεί η Σόνια και σιγά-σιγά συνειδητοποιεί ότι δεν είναι «μικρός θεός» και αναζητεί τη σωτηρία στην πίστη.
Από την άλλη ο Ιβάν Καραμαζώφ είναι διανοούμενος, διορατικός, αρνητής, κυνικός και έχει καταστροφικές τάσεις. Ζει μαζί με τους αδελφούς Ντιμίτρι, Αλιόσα, Σμερντιακόφ. Ο Ντιμίτρι, διεφθαρμένος και κτηνώδης, κατηγορείται για το φόνο του πατέρα του (τον οποίο είχε διαπράξει ο Σμερντιακόφ, πιστεύοντας ότι ικανοποίησε μυστική επιθυμία του Ιβάν), δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του και καταδικάζεται να πάει σε κάτεργο στη Σιβηρία.
Ο Ιβάν έχει αρνηθεί το Θεό, νιώθει υπεράνθρωπος, αρχίζει να έχει παραισθήσεις, να συνομιλεί με τον διάβολο. Στην ήρεμη πίστη του αδελφού του Αλιόσα, ο Ιβάν αντιπαραθέτει τη διαβολική επιχειρηματολογία του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή» αυτού που συνομιλεί με τον Χριστό, αρνούμενος όμως και τον Θεό και τον Άνθρωπο (και, κυρίως, την ένωση θείας και ανθρώπινης ελευθερίας). Τα ερωτήματα της αλήθειας, της ευθύνης, της συνείδησης και της ελευθερίας τίθενται αμείλικτα. Ο Ιβάν Καραμαζώφ θέλει να ηρεμήσει και να ξεπεράσει το Θεό, αλλά ο Αλιόσα του μιλά και του εύχεται να «αναστηθεί» και να μην υποκύψει στο αιώνιο μίσος.
Όπως ανέφερα και παραπάνω κοινός παρανομαστής των δύο αυτών μυθιστορημάτων, αλλά και των δύο ηρώων, είναι η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας, η υπέρβαση της ηθικής και των κανόνων.

«Π»: Πώς διαμορφώνει η εξουσία τον κόσμο που ζούμε;
Γ.Π.: Δεν νομίζω ότι πέραν του νόμου και των δομών μπορεί κάποιος να τα χρεώσει όλα στην «κακή εξουσία». Κι επί «καλής εξουσίας» υπάρχουν εγκληματίες. Η χρέωση όλων των δεινών στην εξουσία πολλές φορές λειτουργεί σαν πρόσχημα κι άλλοθι για ν’απαλλαγούμε από τις προσωπικές μας ευθύνες. Άλλωστε δεν έχει υπάρξει διαχρονικά και διατοπικά ούτε διακυβέρνηση, ούτε κοινωνικό μόρφωμα χωρίς εγκληματικότητα. Δεν παράγει μόνον η εξουσία το έγκλημα. Παράγεται κι από τον ίδιο τον συν-άνθρωπο.

«Π»: Ποιός ο ρόλος του εγκληματολόγου;
Γ.Π.: Μπορεί ο καθένας να τον προσεγγίσει με διαφορετικό πρίσμα: ως επιστήμονα – ερευνητή, ως θεωρητικό αναλυτή των εγκληματογόνων παραγόντων, ως σχεδιαστή της αντεγκληματικής πολιτικής του Κράτους, ως σύμμαχο των δικαιωμάτων των κρατουμένων, ως ευαίσθητο κι ενεργό πολίτη που υπερασπίζεται τα θύματα, ως οιονεί ντετέκτιβ. Ο καθείς με την αίσθηση της αποστολής του.

«Π»: Έχετε συγγράψει 30 βιβλία και 200 άρθρα εγκληματικού και σωφρονιτιστικού ενδιαφέροντος. Υπάρχει λύτρωση μέσω της ανάγνωσης;
Γ.Π.: Δεν με κατατρύχουν κάποιες ενοχές για να ζητάω λύτρωση. Αντίθετα πιστεύω ότι μπορώ να προσφέρω μέσα από τα γραπτά μου, κυρίως μέσα από τις ιδέες μου, θεωρητικές και κοινωνικές διεξόδους σ’ενδιαφερόμενους πολίτες. Ίσως και κάποιες προτάσεις για καλύτερη νομοθέτηση – χωρίς στίγματα κι αποκλεισμούς.

«Π»: Ποιά η γνώμη σας για την πολιτική;
Γ.Π.: Οι συγκυρίες με έφεραν, την 6η δεκαετία της ζωής μου, άρα αργά για έναν κλασικό πολιτικό, να εκλεγώ βουλευτής της ΔΗΜΑΡ (2012-2014) και να ορισθώ για 7 μήνες Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Δεν ανήκω σ’εκείνους που κατηγορούν ή καταγγέλουν το παρεθόν. Αποδέχομαι τις προκλήσεις, ιδίως όταν πρόκειται ν’αποδείξω αν οι θεωρίες μου μπορεί να εφαρμοστούν, και κρατάω τα καλά από τις εμπερίες μου.

«Π»: Εν έτει 2022 γιατί μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία. Δεν έχει τελικά καμία αξία η ανθρώπινη ζωή;
Γ.Π.: Σε αυτή την ερώτηση δεν θ’απαντήσω πολιτικά.Απλώς λυπάμαι τόσο για το αίμα που χύνεται, όσο και για τις ανοησίες που γράφονται και λέγονται.

«Π»: «Τότε ο Διόνυσος έβγαλε τη φωτιά του πάθους να ξεπηδάει μέσα από τα μάτια του και να καίει τα πάντα πριν κάψει τον ίδιο». Στίχοι σας από το ποίημα «Αιώνια έφηβος» ψευδώνυμο Γιάννης Απαρθινός. Οι καβγάδες ζημιώνουν όλα τα μέρη που εμπλέκονται;
Γ.Π.: Οι καβγάδες, ως φιλονικίες, αναδεικνύουν τη ρήξη του διαλόγου. Η όποια (άνομη,άδικη κι ανήθικη) βία ποτέ δεν έδωσε λύσεις στα προβλήματα αλλά γέννησε και νέα προβλήματα. Ο καβγάς όμως εκτός από τους δύο, τρεις, που μαλώνουν εμπλέκει και τους άλλους: τους παρατηρητές και σχολιαστές. Αυτοί γιατί άραγε πιστεύουν ότι δεν έχουν ευθύνες;

«Π»: Τί ετοιμάζετε;
Γ.Π.: Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει η νέα μου ποιητική συλλογή στις εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Ενδιαμέσως θα παρουσιάσω ζωντανά τα δύο μου βιβλία που εκδόθηκαν το 2021 κι έπεσαν πάνω στην πανδημία. Το ένα «Δίκαιο κι Άδικο ,αθώοι κι ένοχοι, Καλό και Κακό στην αστυνομική μυθοπλασία», εκδ.Παπαζήσης, αναφέρεται σε θεωρία της αστυνομικής λογοτεχνίας ενώ το άλλο, «Ο Φάνης Κρέμος αναλύει κι επιλύει αστυνομικά αινίγματα», εκδ.Κύφαντα, περιλαμβάνει 20 αστυνομικά μου διηγήματα.

Πήγαινε στην κορυφή