Η κάλπη μίλησε… – γράφει ο Νέστορας Χατζούδης

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Η κάλπη μίλησε… – γράφει ο Νέστορας Χατζούδης

Στο τακτικό μηνιαίο άρθρο μου με τίτλο «Την ώρα της κάλπης» (ΠΑΛΜΟΣ 7-10-22) μετά από σχετικό σχολιασμό του πολιτικού κλίματος, και με το βλέμμα στις επερχόμενες τότε εκλογές, κλείνοντας έγραφα: «Λοιπόν πώς θα πορευτούμε! Προσωπικά πιστεύω ότι τα αρνητικά επακόλουθα (οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά) από το ακραίο συγκρουσιακό πολιτικό κλήμα που κυριάρχησε τη περασμένη δεκαετία είναι τόσο πρόσφατα, τόσο βαθιά χαραγμένα στη μνήμη της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών που δεν θα αδιαφορήσουν στο ενδεχόμενο επανάληψής τους. Συνεπώς, μετά και το αίσθημα συλλογικής υπευθυνότητας που έδειξαν, αφότου ξέσπασε η υγειονομική κρίση, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η έγκαιρη παρέμβασή τους με το απλό, άμεσα δραστικό, μέσο που διαθέτουν: την απροκάλυπτη δημοσιοποίηση των προθέσεων τους την ώρα της κάλπης…»

Αποδείχθηκε πως δεν λάθεψα. Στις 21 του περασμένου Μάη το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης της πλειοψηφίας των πολιτών ενεργοποιήθηκε, λειτούργησε και αποτυπώθηκε στο περιεχόμενο της κάλπης. Επιβεβαιώθηκε η λαϊκή ρήση «παθός μαθός». Οι μνήμες του τοξικού διχαστικού αντιμνημονιακού λαϊκισμού και της πολιτικής των αυταπατών και βέβαια των οδυνηρών συνεπειών τους στο βιοτικό επίπεδο του λαού και τη συνολική εικόνα της χώρας λειτούργησαν θετικά.
Είναι φανερό ότι οι πολίτες δεν αποφάσισαν την τελευταία στιγμή, όταν βρέθηκαν δηλαδή μπροστά στην κάλπη. Η αρνητική εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ, πρωταγωνιστή της αλλοπρόσαλλης, διχαστικής και στείρας αντιμνημονιακής πολιτικής, διατηρήθηκε έκτοτε «παγωμένη» στην «κοινωνική οθόνη». Στη συνέχεια οι άστοχες και αναποτελεσματικές διαχειριστικές πρακτικές του ως κυβέρνηση και η πλήρης αδυναμία του, την τελευταία τετραετία, να διαμορφώσει αντιπολιτευτικό δημιουργικό λόγο πειστικών αντιπροτάσεων στις κυβερνητικές θέσεις, την επιδείνωσαν. Σε μια συγκυρία μάλιστα που αποτελούσε προνομιακό πεδίο για δημιουργική αντιπολιτευτική παρέμβαση στην κυβερνητική πολιτική που βρέθηκε αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες υβριδικές κρίσεις και βέβαια την πληθώρα των γνωστών οξυμένων εσωτερικών κοινωνικών προβλημάτων.
Έτσι εξηγείται η διατήρηση της εκλογικής διαφοράς, που αποτυπώθηκε στις εκλογές του 2019 και η συνεχής δημοσκοπική απόκλιση υπέρ της ΝΔ που, καθώς προσεγγίζαμε ημερολογιακά «την ώρα της κάλπης», άρχισε να διευρύνεται. Εξηγήσιμο διότι, αν μη τι άλλο, αντιμετωπίστηκαν με ψυχραιμία και σταθερότητα (χωρίς να λείπουν οι αστοχίες, τα λάθη και οι υπερβολές), σε κλίμα σχετικής κοινωνικής κανονικότητας, έκτακτες και άκρως επικίνδυνες καταστάσεις, στο πλαίσιο βέβαια των δυνατοτήτων της χώρας και φυσικά του ιδεολογικού προσανατολισμού του κυβερνώντος κόμματος.

Κατά τη γνώμη μου, η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να αντιλαμβάνεται το χαρακτήρα και τις πραγματικές διαστάσεις των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πολίτες και η χώρα και να διαμορφώνει αντίστοιχες πολιτικές, είναι γενετικού χαρακτήρα. Ανάγεται στο DNA του. Στην καταστατική του συγκρότηση. Στην απουσία δηλαδή ενιαίας συγκεκριμένης ιδεολογικής αναφοράς. Του πλέον απαραίτητου στοιχείου, με άλλα λόγια, για τη διαμόρφωση ενιαίας, σταθερής κομματικής πολιτικής και τη χάραξη διακριτής κοινωνικής κατεύθυνσης στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. Το κόμμα αυτό στις απαρχές του, το 2004, με την επωνυμία «ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ – ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΗΜΜΑΧΙΑ», συγκροτήθηκε ως εκλογική συμμαχία που το 2013 αποτέλεσε την κεντρική πολιτική συνισταμένη στην ίδρυση του σημερινού γνωστού ΣΥΡΙΖΑ. Σ’ αυτό το νέο κόμμα συστεγάστηκαν συνολικά 14 ομάδες (συνιστώσες) διαφόρων ιδεολογημάτων, που δρούσαν στο αγανακτισμένο-διχαστικό κοινωνικό περιβάλλον της εποχής και στη βάση αυταπατών στις εκλογές, τον Ιανουάριο του 2015, απέσπασαν σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος (36.34%) και με τους ΑΝΕΛ (4,75%) του Καμένου σχημάτισαν κυβέρνηση. Γνωστός ο διαχειριστικός τραγέλαφος που ακολούθησε, τα πρόσωπα που τον διεκπεραίωναν και οι συνέπειες που παρήγαγαν…

Τότε λοιπόν, σε άρθρο μου με τίτλο «ΣΥΡΙΖΑ: αριστερή φαντασίωση που ούτε θέλει ούτε μπορεί» (ΠΑΛΜΟΣ 11-9-2015) έγραφα:
«Προσωπικά, από την αρχή της συγκρότησης και λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ, είχα τη στερεή πεποίθηση ότι δεν πρόκειται για κόμμα με αριστερές δημοκρατικές προδιαγραφές. Η οργανωτική του δομή, η σύνθεση του στελεχικού του δυναμικού, ο πολιτικός λόγος και οι πρακτικές του δεν έπειθαν ότι είχε δυνατότητες και θέληση να σχεδιάσει και να υλοποιήσει πολιτικές και μάλιστα με ιδιαίτερη κοινωνική ευαισθησία (αριστερές), που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και στις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η χώρα. Ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης που, την αδυναμία του ή τη σκόπιμη αποφυγή διατύπωσης ορθολογικών θέσεων για τις αιτίες που την προκάλεσαν και τις αναγκαίες για την αντιμετώπισή της, πολιτικές, αναπλήρωνε με ακραία αντιπολιτευτική επιθετικότητα και άκρατο λαϊκισμό».
Μετά από τα παραπάνω, το ερώτημα «και τώρα τι ψηφίζουμε;», του άρθρου μου του περασμένου Απρίλη, απαντήθηκε. Η κάλπη του Μάη μίλησε. Ανάδειξε το κόμμα (ΝΔ) που, στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο λαός θέλει στην Κυβέρνηση και ξεχώρισε τα κόμματα (ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ) που κρίνει ικανά να διαμορφώσουν, κατά περίπτωση, δημιουργική ή αποτρεπτική, των κυβερνητικών προθέσεων, αντιπολιτευτική πολιτική. Οι ψηφοφόροι επέλεξαν και ενίσχυσαν, γι’ αυτόν τον υπεύθυνο πολιτικό ρόλο, κόμματα με επεξεργασμένες θέσεις και προγράμματα στη βάση των ιδεολογικών τους κατευθύνσεων. Το γεγονός αυτό επιτρέπει και πολιτική σύγκρουση και αντιπαράθεση πάντοτε βέβαια επί πραγματικών δεδομένων και δεν αποκλείει την αναγκαία συνεννόηση για την αντιμετώπιση καίριων κοινωνικών θεμάτων και κρίσιμων καταστάσεων σε περιπτώσεις που προδιαγράφονται συλλογικοί κίνδυνοι.

Οι πολίτες έχουν αντιληφθεί πλέον ότι πολλά από τα κοινωνικά προβλήματα που σέρνονται από τετραετία σε τετραετία θα μπορούσαν να έχουν λυθεί ή έστω βελτιωθεί. Η ευθύνη που διαιωνίζονται άλυτα βαρύνει συνολικά το πολιτικό μας σύστημα και ειδικότερα τα κόμματα που μεταπολιτευτικά άσκησαν κυβερνητική εξουσία. Το αποτέλεσμα της κάλπης του περασμένου Μάη δείχνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος απορρίπτει πλέον τον πολιτικό ανορθολογισμό και το μεσσιανισμό που τρέφουν τον άκρατο λαϊκισμό, καταργούν τον πολιτικό διάλογο και εκτροχιάζουν την πολιτική λειτουργία και αντιπαράθεση θέσεων και προτάσεων σε εχθροπάθεια και διχασμό. Το αποτέλεσμα αυτό εκφράζει την ανάγκη για κόμματα με σαφείς, απόλυτα διακριτές ιδεολογικές θέσεις και πειστικά προγράμματα ώστε η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ τους να αφορά τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας και της χώρας.
Κλείνοντας, ξεχώρισα και σημειώνω την ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα της δήλωσης του Γ.Γ. του ΚΚΕ «το ΚΚΕ θα κυβερνήσει όταν το αποφασίσει ο ελληνικός λαός» και το αλαζονικό άλογο και αμίμητο «θα επαναφέρουμε τη δημοκρατία είτε με το καλό είτε με το άγριο» κορυφαίου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ.
Τέλος, να έχουμε κατά νου ότι δεν ψηφίζουμε «…μόνο για κυβέρνηση». Σε μια ισχυρή κυβέρνηση είναι περισσότερο από αναγκαία μια ισχυρή δημιουργική και αξιόπιστη αντιπολίτευση.

Πήγαινε στην κορυφή