Εγκύκλιος για την λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου

ΝΕΑ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ
Εγκύκλιος για την λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου

Το Δημοτικό Συμβούλιο είναι το κυρίαρχο όργανο διοίκησης του δήμου, το οποίο διαθέτει γενική αποφασιστική αρμοδιότητα: αποφασίζει, δηλαδή, για όλα τα θέματα που δεν ανατίθενται ρητά σε άλλο όργανο διοίκησης του δήμου. Η εύρυθμη λειτουργία του δημοτικού συμβουλίου είναι κρίσιμη, τόσο για την ποιότητα του διαλόγου και της διαβούλευσης που αναπτύσσεται στη διάρκεια των συνεδριάσεών του, όσο και για την ποιότητα των λαμβανομένων αποφάσεων. Με την 8182/26.01.2024 Εγκύκλιο το Υπουργείο Εσωτερικών αναπτύσσει μια σειρά θεμάτων που άπτονται όλων των πτυχών λειτουργίας του δημοτικού συμβουλίου και καταβάλλεται προσπάθεια να απαντηθούν ερωτήματα που ανακύπτουν κατά τη λειτουργία του. Στο άρθρο που ακολουθεί θα αναφέρουμε τις πιο σημαντικές παραγράφους της εν λόγω Εγκυκλίου.

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το δημοτικό συμβούλιο έχει αρμοδιότητα για κάθε θέμα του δήμου εκτός από εκείνα που ανήκουν εκ του νόμου στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της δημοτικής επιτροπής. Για θέματα ιδιαίτερα σοβαρά που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Δημοτικής Επιτροπής, το δημοτικό συμβούλιο με ειδική αιτιολογία και με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, μπορεί να αποφασίζει ότι θα ασκήσει το ίδιο τις σχετικές αρμοδιότητες. Επιπρόσθετα, το δημοτικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να λάβει απόφαση για όλα τα θέματα ημερήσιας διάταξης που περιλαμβάνονται στις προσκλήσεις της δημοτικής επιτροπής, αν μετά από δύο συνεχείς συνεδριάσεις η δημοτική επιτροπή δεν έχει απαρτία ή αν δε συγκεντρώνει την απαραίτητη πλειοψηφία για τη λήψη απόφασης.
Επιπλέον, το δημοτικό συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει στη δημοτική επιτροπή αρμοδιότητες σχετικά με το αντικείμενό της και αντιστρόφως, η δημοτική επιτροπή, με ειδική απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της, μπορεί να παραπέμπει συγκεκριμένο θέμα της αρμοδιότητάς της στο δημοτικό συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, εφόσον κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από την ιδιαίτερη σοβαρότητά του.
Ως προς τη σύγκλησή του, το δημοτικό συμβούλιο είναι δυνατόν να συγκαλείται και να συνεδριάζει με τους ακόλουθους τρόπους:
• δια ζώσης,
• με τηλεδιάσκεψη με κάθε πρόσφορο μέσο ηλεκτρονικών υπηρεσιών,
• δια ζώσης και ταυτόχρονα με τηλεδιάσκεψη (μεικτή συνεδρίαση),
• δια περιφοράς.

Μία (1) τουλάχιστον συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου τον μήνα διεξάγεται υποχρεωτικά δια ζώσης.
Η αρμοδιότητα και ο τρόπος σύγκλησης του συμβουλίου αποτελεί βασικό καθήκον του προέδρου του, καθώς για να λάβει αποφάσεις το δημοτικό συμβούλιο πρέπει τα μέλη του να κληθούν σε ορισμένη ημέρα και ώρα για να συζητήσουν και να αποφανθούν για τα θέματα του δήμου. Για το λόγο αυτό, αδικαιολόγητη παράλειψη του προέδρου να καλέσει δύο (2) συνεχείς φορές το συμβούλιο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, μπορεί να επιφέρει σε βάρος του την πειθαρχική ποινή της αργίας και, σε περίπτωση υποτροπής, την πειθαρχική ποινή της έκπτωσης από το αξίωμά του, κατόπιν απόφασης του Επόπτη Ο.Τ.Α., σύμφωνα με την πειθαρχική διαδικασία του άρθρου 234 του ν. 3852/2010 (Α’ 87)15.
Επίσης, το δημοτικό συμβούλιο μπορεί να συγκληθεί κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου (1/3) των μελών του συμβουλίου.
Για να συγκληθεί το συμβούλιο με αφορμή το παραπάνω αίτημα, πρέπει να υποβληθεί προς τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου γραπτή αίτηση η οποία να υπογράφεται από το ένα τρίτο (1/3) των μελών του συμβουλίου, ανεξαρτήτως παράταξης στην οποία ανήκουν τα μέλη. Στην αίτηση πρέπει να αναγράφονται με σαφήνεια το θέμα ή τα θέματα για τα οποία ζητείται η σύγκληση. Ο πρόεδρος εκδίδει σχετική πρόσκληση για σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου, στην οποία είναι δυνατόν να προσθέσει στην ημερήσια διάταξη και άλλα θέματα προς συζήτηση, πέραν αυτών που έχουν ζητηθεί από το ένα τρίτο (1/3) των μελών.
Στην περίπτωση που ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου δεν εκδώσει πρόσκληση το αργότερο μέχρι την έκτη ημέρα από την υποβολή της αίτησης, αυτή εκδίδεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τους συμβούλους που έκαναν την αίτηση. Η εκδιδόμενη πρόσκληση αφορά αποκλειστικά το θέμα ή τα θέματα που έχουν αιτηθεί οι σύμβουλοι, οι οποίοι φέρουν και την ευθύνη για τη σχετική εισήγηση ενώπιον του συμβουλίου. Κατά τα λοιπά, η συνεδρίαση που έχει προκληθεί από το ένα τρίτο (1/3) των μελών του συμβουλίου δεν διαφοροποιείται από οποιαδήποτε άλλη συνεδρίαση.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ, ΑΠΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ
Οι συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου είναι δημόσιες και, επομένως, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι όποιος πολίτης ή δημότης επιθυμεί, μπορεί να τις παρακολουθεί. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δημοτικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει αιτιολογημένα και με την ειδική πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του συνολικού αριθμού των μελών του, ότι θα συνεδριάσει κεκλεισμένων των θυρών. Η απόφασή του αυτή ανακοινώνεται στη δημόσια συνεδρίαση που προηγείται της συνεδρίασης κεκλεισμένων των θυρών.
Για να είναι νόμιμη η συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου και προκειμένου αυτό να λαμβάνει έγκυρες αποφάσεις, είναι απαραίτητο να παρευρίσκεται στη συνεδρίαση ένας ελάχιστος αριθμός μελών (απαρτία). Στο δημοτικό συμβούλιο, για να υπάρχει απαρτία, πρέπει τα παρόντα μέλη να είναι περισσότερα από τα απόντα. Η απαρτία λαμβάνεται στην αρχή της συνεδρίασης, με βάση τον αριθμό των δημοτικών συμβούλων που έχουν ορκισθεί και εγκατασταθεί.
Τα μέλη του συμβουλίου που ήταν παρόντα κατά την έναρξη της συνεδρίασης και με την παρουσία τους υπήρξε απαρτία λογίζονται ως παρόντα μέχρι το τέλος της συνεδρίασης ως προς την ύπαρξη απαρτίας, ακόμα κι αν αποχωρήσουν. Η απαρτία, επομένως, θεωρείται ότι συντρέχει για όλα τα θέματα που συζητούνται στη συνεδρίαση αυτή, ακόμη και αν ο αριθμός των μελών που εναπομένουν υπολείπεται του αριθμού των μελών που απαιτείται για τον σχηματισμό της απαρτίας (πλασματική απαρτία).
Αν μετά από δύο (2) συνεχείς προσκλήσεις το συμβούλιο δεν έχει απαρτία, συνεδριάζει ύστερα από τρίτη πρόσκληση και λαμβάνει αποφάσεις μόνο για τα θέματα που είχαν εγγραφεί στην αρχική ημερήσια διάταξη, εφόσον τα μέλη που είναι παρόντα αποτελούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του. Στην τρίτη πρόσκληση γίνεται ειδική αναφορά των ανωτέρω.
Ας δούμε πώς διεξάγεται η συζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο.
Πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, ο γραμματέας του δημοτικού συμβουλίου εγγράφει σε κατάλογο τους υποψήφιους ομιλητές, είτε αυτοί είναι ειδικοί αγορητές ανά θέμα που ορίζονται από τις παρατάξεις με σχετική γραπτή δήλωσή τους, είτε δημοτικοί σύμβουλοι που επιθυμούν να τοποθετηθούν ανά θέμα. Με τον ίδιο τρόπο, εγγράφονται παρευρισκόμενοι εκπρόσωποι φορέων ή πολίτες που επιθυμούν να λάβουν το λόγο για επιμέρους θέματα της ημερήσιας διάταξης και για τους οποίους το δημοτικό συμβούλιο θα αποφασίσει στη συνέχεια εάν θα παρέμβουν ή όχι στη συζήτηση.
Η έναρξη της συζήτησης κηρύσσεται από τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Ο δήμαρχος μετέχει στις συζητήσεις του συμβουλίου χωρίς ψήφο. Έχει το δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του κατά προτεραιότητα.
Στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου λαμβάνουν το λόγο, εκτός του δημάρχου και του αρμόδιου αντιδημάρχου, οι επικεφαλής των παρατάξεων και οι ομιλητές που έχουν εγγραφεί πριν την έναρξη της συνεδρίασης. Με τον κανονισμό λειτουργίας του δημοτικού συμβουλίου, επιβάλλονται πάντως αντίστοιχοι χρονικοί περιορισμοί για τις αγορεύσεις και τις συζητήσεις στο δημοτικό συμβούλιο, για τον δήμαρχο, τους αντιδημάρχους, τους επικεφαλής των παρατάξεων, τους ειδικούς αγορητές και τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου.
Δημοτικός σύμβουλος κωλύεται να μετάσχει τόσο στη συζήτηση όσο και στη διαδικασία λήψης απόφασης από το δημοτικό συμβούλιο, σε υποθέσεις από την έκβαση των οποίων ο ίδιος ή συγγενής του έως το δεύτερο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας εξαρτά υλικό ή ηθικό συμφέρον. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, ο σύμβουλος υποχρεούται να ενημερώσει το δημοτικό συμβούλιο περί του κωλύματός του και συνακόλουθα να απέχει από τη συζήτηση και τη διαδικασία της ψηφοφορίας αναφορικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η ίδια υποχρέωση αποχής από τη συζήτηση και τη διαδικασία λήψης απόφασης βαρύνει και τους δημάρχους και αντιδημάρχους, προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο το κύρος των αιρετών της αυτοδιοίκησης, όσο και η αμερόληπτη και αντικειμενική κρίση των μελών του συλλογικού οργάνου. Απόφαση που έχει ληφθεί κατά παράβαση των ανωτέρω είναι άκυρη.
Τη συζήτηση του δημοτικού συμβουλίου διευθύνει ο πρόεδρός του, ο οποίος και λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο για την ευταξία της συνεδρίασης. Μπορεί να ζητήσει και την αποβολή κάθε προσώπου που διαταράσσει τη συνεδρίαση.
Το δημοτικό συμβούλιο, δια του προέδρου του, δύναται να καλεί στη συνεδρίαση δημοτικούς υπαλλήλους ή ιδιώτες για να του παρέχουν πληροφορίες σχετικές με τα θέματα που συζητούνται. Η παρουσία των καλούμενων υπαλλήλων είναι υποχρεωτική.
Μολονότι δεν υφίσταται ρητή σχετική πρόβλεψη, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, ο οποίος έχει την ευθύνη κατάρτισης της ημερήσιας διάταξης, δύναται, θέμα το οποίο έχει εγγράψει ο ίδιος στην ημερήσια διάταξη να το αποσύρει αιτιολογημένα και να μη το θέσει ενώπιον του συμβουλίου προς συζήτηση.
Μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου διατυπώνει την πρόταση προς ψήφιση επί του θέματος. Σημειώνεται ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπεται ρητά, δεν επιτρέπεται η διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων προς ψήφιση.
Το συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις κατά κανόνα με φανερή ψηφοφορία για κάθε θέμα ξεχωριστά. Κατά την ψηφοφορία οι σύμβουλοι καλούνται να δηλώσουν τη βούλησή τους ονομαστικά (ή δια ανάτασης χειρός) και έχουν τις εξής δυνατότητες:
• να ψηφίσουν θετικά, υπέρ της διαμορφωθείσας πρότασης,
• να ψηφίσουν αρνητικά, κατά δηλαδή της διαμορφωθείσας πρότασης,
• να δώσουν λευκή ψήφο,
• να αρνηθούν να δώσουν ψήφο (αποχή από την ψηφοφορία, η οποία εκφράζεται συνήθως με τη δήλωση «παρών»).
Ο πρόεδρος κηρύσσει τη λήξη της συνεδρίασης όταν έχουν συζητηθεί όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Για τη λήξη της συνεδρίασης χωρίς να έχουν εξαντληθεί όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης (εάν για παράδειγμα η συζήτηση ενός θέματος παρατείνεται επί μακρόν), αποφαίνεται το δημοτικό συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχουν δύο δυνατότητες: είτε το δημοτικό συμβούλιο να αποφασίσει την άμεση επανάληψη της συνεδρίασης για τα εναπομείναντα θέματα, οπότε ορίζει συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα διεξαγωγής της χωρίς να απαιτείται η αποστολή νέας πρόσκλησης, είτε αν αυτό δεν συμβεί, τα εναπομείναντα θέματα να συμπεριληφθούν σε νέα πρόσκληση για συνεδρίαση την οποία θα αποστείλει ο πρόεδρος.
Αν η συζήτηση ενός θέματος διαρκεί περισσότερες από μία συνεδριάσεις ή αν η συζήτηση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης συνεχιστεί σε επόμενη συνεδρίαση, χωρίς την αποστολή νέας πρόσκλησης, η συνεδρίαση θεωρείται ενιαία. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού πρώτα ο πρόεδρος ενημερώσει το σώμα για όσα συζητήθηκαν στην προηγούμενη συνεδρίαση. Η ενημέρωση πρέπει να προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρείται στα πρακτικά.

ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Το δημοτικό συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών του, η οποία επιτυγχάνεται όταν τα περισσότερα από τα παρευρισκόμενα μέλη ψηφίζουν υπέρ ή κατά μίας πρότασης. Εάν κατά τον υπολογισμό της πλειοψηφίας προκύπτει δεκαδικός αριθμός ίσος και άνω του μισού της μονάδας, τότε αυτός στρογγυλοποιείται στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα. Ο αριθμός των μελών που απαιτείται για να ληφθεί μία απόφαση δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, να συγχέεται με τον αριθμό των μελών που απαιτείται για τον σχηματισμό απαρτίας η οποία, όπως έχει επισημανθεί, λαμβάνεται μία φορά στην αρχή της συνεδρίασης, αποτελεί προϋπόθεση για τη λήψη έγκυρων αποφάσεων καθ’ όλη τη διάρκειά της και θεωρείται ότι συντρέχει για κάθε θέμα που συζητείται σε αυτή.
Η λήψη απόφασης με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών αποτελεί το γενικό κανόνα λήψης απόφασης από το δημοτικό συμβούλιο. Περαιτέρω, επισημαίνονται οι εξής περιπτώσεις:
• Αν για κάποιο θέμα υπάρχει ειδική διάταξη που ορίζει άλλη πλειοψηφία με την οποία πρέπει να ληφθεί απόφαση, ακολουθείται η πλειοψηφία που ορίζεται από τη διάταξη αυτή.
• Σε περίπτωση ισοψηφίας και εφόσον η ψηφοφορία είναι φανερή, επικρατεί η άποψη υπέρ της οποίας τάσσεται ο πρόεδρος.
• Σε περίπτωση αποχώρησης μελών κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης πριν από τη λήψη απόφασης για κάποιο θέμα, διακρίνονται δύο περιπτώσεις:
α) εάν ο αριθμός των μελών που απομένει είναι ίσος ή μεγαλύτερος από τον αριθμό των μελών που απαιτείται για τον σχηματισμό της απαρτίας, οι αποφάσεις λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των πραγματικά παρόντων, σύμφωνα δηλ. με το γενικό κανόνα λήψης απόφασης,
β) εάν ο αριθμός των μελών που απομένει είναι μικρότερος από τον αριθμό των μελών που απαιτείται για τον σχηματισμό της απαρτίας, η απαιτούμενη πλειοψηφία για τη λήψη απόφασης δεν υπολογίζεται επί των πραγματικά παρόντων κατά την ψηφοφορία μελών, αλλά επί του αριθμού των μελών που απαιτούνται για την απαρτία.
• Αν κάποιο μέλος του συμβουλίου αρνηθεί να δώσει ψήφο ή δώσει λευκή ψήφο, αυτή δεν υπολογίζεται στην καταμέτρηση ούτε των θετικών ούτε των αρνητικών ψήφων. Τα μέλη του συλλογικού οργάνου που δίνουν λευκή ψήφο ή δηλώνουν ότι απέχουν από την ψηφοφορία, δεν προσυπολογίζονται στα παρόντα μέλη για τη λήψη απόφασης.
• Σε περίπτωση που μετέχει στη συνεδρίαση πρόεδρος δημοτικής κοινότητας ή πρόεδρος συμβουλίου δημοτικής κοινότητας, η ψήφος του είναι ισότιμη με την ψήφο των δημοτικών συμβούλων κατά τον υπολογισμό της πλειοψηφίας και προσμετράται στον αριθμό των ψήφων που απαιτούνται για τη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης.
• Στην περίπτωση ψήφισης προϋπολογισμού και τελών, έγκυρες και ως προσμετρώμενες για την πλήρωση της προϋπόθεσης της απόλυτης πλειοψηφίας των παρόντων μελών του δημοτικού συμβουλίου προκειμένου μια πρόταση να εγκριθεί, θεωρούνται μόνο εκείνες οι ψήφοι που τοποθετούνται υπέρ κάποιας νομίμως κατατεθειμένης πρότασης (είτε αυτή προέρχεται από τη δημοτική επιτροπή είτε από άλλο μέλος ή παράταξη του συλλογικού οργάνου).
• Στην περίπτωση που μέλη έχουν τεθεί σε αργία και απαιτείται βάσει των οικείων διατάξεων απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου, αυτή υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των δημοτικών συμβούλων που έχουν ορκισθεί και εγκατασταθεί.

Πήγαινε στην κορυφή